Πώς η ΤΤΙΡ έχασε την ορμή της | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Πώς η ΤΤΙΡ έχασε την ορμή της

Οι αντιξοότητες για την εμπορική συμφωνία ΕΕ-ΗΠΑ
Περίληψη: 

Οι πιο ζωηροί σκεπτικιστές σχετικά με την ΤΤΙΡ ανήκουν σε χώρες του πυρήνα της Ευρώπης οι οποίες έχουν την μεγαλύτερη επιρροή στα θεσμικά όργανα της ΕΕ και, αντίθετα προς την κοινή λογική, βρίσκονται στην κατάλληλη θέση για να κερδίσουν τα μέγιστα από μια επιτυχημένη διαπραγμάτευση.

Ο TYSON BARKER είναι βασικός ερευνητικός συνεργάτης στο Brandenburg Institute for Society and Security.

Το Wolfsburg, στην βιομηχανική καρδιά της Γερμανίας, είναι ένα σύμβολο του ακμάζοντος μεταποιητικού κλάδου και της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της χώρας. Ιδρυθείσα το 1930 ως μια σχεδιασμένη κοινότητα για τους Γερμανούς εργάτες στην αυτοκινητοβιομηχανία, η πόλη έχει γίνει η κατά κεφαλήν πλουσιότερη της χώρας. Φιλοξενεί την έδρα της Volkswagen και το μεγαλύτερο εργοστάσιο αυτοκινήτων στον κόσμο, και είναι το πρότυπο της κεντρο-αριστερής υπόθεσης της χώρας για μια ανοικτή βασισμένη στο εμπόριο οικονομία [1]. Ήταν ένας ταιριαστός χώρος για το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) για να σφυρηλατήσει τις θέσεις του αυτόν τον Σεπτέμβριο στο πλαίσιο της προετοιμασίας για τις ομοσπονδιακές εκλογές του 2017 στην Γερμανία [2].

Ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα ζητήματα κατά το συνέδριο του SPD ήταν η στάση του κόμματος σχετικά με την Ολοκληρωμένη Οικονομική και Εμπορική Συμφωνία (Comprehensive Economic and Trade Agreement, CETA) μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Καναδά, για την οποία οι διαπραγματεύσεις είχαν καταλήξει το 2014. Χρειάστηκε μια σκληρή εσωκομματική μάχη και ένα πολιτικό τέχνασμα του Sigmar Gabriel -του ηγέτη του SPD, υπουργού Οικονομίας, αντι-καγκελάριου, και πιθανού ανταγωνιστή της καγκελάριου Άνγκελα Μέρκελ [3] στις εκλογές του 2017- για να ωθήσει την υποστήριξη υπέρ του Συμφώνου στην πλατφόρμα του SPD.

Η ψήφος για την CETA έχει σημασία επειδή κάποιοι Ευρωπαίοι, ιδιαίτερα στην Αυστρία, την Γαλλία και την Γερμανία, θεωρούν την διαμάχη γύρω από την συμφωνία ως μια πρόβα για μια πολύ μεγαλύτερη σύγκρουση σχετικά με την προτεινόμενη Διατλαντική Εταιρική Σχέση Εμπορίου και Επενδύσεων (Transatlantic Trade and Investment Partnership, ΤΤΙΡ) [4], την συμφωνία- μαμούθ για το ελεύθερο εμπόριο μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι τύχες της CETA και της ΤΤΙΡ διαπλέκονται, και όπως η CETA, η ΤΤΙΡ, η οποία είναι ακόμη υπό διαπραγμάτευση, δεν είναι ξεκάθαρη.

Καθώς η Γαλλία και η Γερμανία προετοιμάζονται για σημαντικές εκλογές, η αντιπολίτευση στην ΤΤΙΡ έχει γίνει δημοφιλές ζήτημα μεταξύ των δεξιών λαϊκιστών της Ευρώπης, των αγροτών, των περιβαλλοντολόγων, των ακτιβιστών ενάντια στην παγκοσμιοποίηση, και κάποιων συνδικαλιστικών οργανώσεων (κυρίως στον τομέα των υπηρεσιών). Μαζί με κάποιους ευρύτερους παράγοντες που συνωμοτούν εναντίον της ολοκλήρωσης της ΤΤΙΡ, αυτή η αντιπολίτευση έχει κάνει τις προοπτικές του συμφώνου –και εκείνες των εμπορικών διαπραγματεύσεων γενικότερα- να φαίνονται ζοφερές. Η εποχή των μεγάλων εμπορικών συμφωνιών είναι σίγουρα σε χειμερία νάρκη. Το ερώτημα τώρα είναι αν [οι συμφωνίες] είναι νεκρές εντελώς.

06102016-1.jpg

Μια διαδήλωση κατά της ΤΤΙΡ και της CETA στις Βρυξέλλες, τον Σεπτέμβριο του 2016. ERIC VIDAL / REUTERS
----------------------------------------

ΚΟΛΛΗΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΛΑΣΠΗ

Η οικονομική και στρατηγική λογική για μια ζώνη ελεύθερων συναλλαγών ΗΠΑ-ΕΕ είναι ξεκάθαρη. Η διατλαντική οικονομία αντιπροσωπεύει το 45% του παγκόσμιου συνόλου, είναι υπεύθυνη για εμπορικές συναλλαγές ενός τρισεκατομμυρίου δολαρίων ετησίως και για επενδύσεις αξίας 3,9 δισεκατομμυρίων δολαρίων, και υποστηρίζει 13 εκατομμύρια θέσεις εργασίας. Σύμφωνα με τουλάχιστον μια μελέτη [5], μια διατλαντική εμπορική συμφωνία θα μπορούσε να προσθέσει, συνολικά, πάνω από 106 δισεκατομμύρια δολάρια στην οικονομία των Ηνωμένων Πολιτειών και 133 δισ. δολάρια σε εκείνην της Ευρωπαϊκής Ένωσης˙ θα μπορούσε επίσης να δημιουργήσει μέχρι και 750.000 νέες θέσεις εργασίας [6] στις Ηνωμένες Πολιτείες μόνο. (Οι μελέτες διεξήχθησαν με την παραδοχή ότι το Ηνωμένο Βασίλειο θα παραμείνει μέλος της ΕΕ˙ όμως ακόμη και με το Brexit, τα κέρδη για την διατλαντική οικονομία θα είναι σημαντικά). Μαζί με την διεύρυνση του ΝΑΤΟ [7] και της ΕΕ, η δημιουργία μιας αγοράς χωρίς φραγμούς είναι ένα από τα ημιτελή σχέδια της μετα-ψυχροπολεμικής διατλαντικής συμμαχίας. Θα φέρει την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες ακόμη πιο κοντά, και θα τους επιτρέψει να διαπραγματευθούν από θέση ισχύος με χώρες όπως η Κίνα και η Ρωσία σε τομείς από την διακυβέρνηση του Διαδικτύου μέχρι την ενέργεια.

Κατά τα πρώτα στάδια των διαπραγματεύσεων, η ΤΤΙΡ φαινόταν να καλύπτει τις ελάχιστες απαιτήσεις τόσο των Αμερικανών όσο και των Ευρωπαίων αξιωματούχων. Η Μέρκελ υποστήριξε το σχέδιο, το οποίο σκέφτηκε ότι θα λειτουργούσε υπέρ των δυνατών σημείων της Γερμανίας ως εμπορική δύναμη και των συμφερόντων της για την ενίσχυση της διατλαντικής συμμαχίας σε τομείς πέρα από την ασφάλεια και την άμυνα. Οι Βρετανοί ηγέτες πίστευαν ότι η συμφωνία θα μπορούσε να δώσει μια ώθηση στο όραμά τους για μια φιλελεύθερη, προσανατολισμένη στο εμπόριο Ευρώπη, θα βελτίωνε την σχέση του Λονδίνου με τις Ηνωμένες Πολιτείες, και θα ενίσχυε την υπόθεσή τους εγχωρίως για την συνέχιση της συμμετοχής του Ηνωμένου Βασιλείου στην ΕΕ. Και οι αξιωματούχοι των ΗΠΑ έβλεπαν την ΤΤΙΡ ως έναν άμεσο τρόπο ώστε οι Ηνωμένες Πολιτείες να συμβάλουν στην ανάκαμψη της Ευρώπης από την κρίση της ευρωζώνης.