Το τέλος των αεροπλανοφόρων; | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το τέλος των αεροπλανοφόρων;

Ο στρατηγικός τους ρόλος σήμερα και στο μέλλον
Περίληψη: 

Ενώ τα αεροπλανοφόρα ακόμη και σήμερα «αυξάνονται και πληθύνονται», σε θεωρητικό επίπεδο αντιμετωπίζουν έντονη αμφισβήτηση, τόσο λόγω του υπέρογκου κόστους τους, όσο και λόγω νέων τεχνολογικών «αντιμέτρων» που φαίνεται να μειώνουν την αποτελεσματικότητά τους.

Ο Δρ. ΒΑΣΙΛΗΣ ΣΙΤΑΡΑΣ είναι στρατιωτικός αναλυτής, συγγραφέας πέντε βιβλίων και τακτικός συνεργάτης των περιοδικών «Πτήση και Διάστημα» και «Στρατιωτική Ιστορία».

Για χώρες όπως οι ΗΠΑ, το αεροπλανοφόρο (aircraft carrier) υπήρξε μια μείζων πλατφόρμα προβολής στρατιωτικής ισχύος από τον Β’ Π.Π. μέχρι και σήμερα. Από τότε που εκτόπισε το θωρηκτό (battleship) ως το πιο σημαντικό πλοίο επιφανείας, κυριάρχησε παγκοσμίως, αποτελώντας την σπονδυλική στήλη του επονομαζόμενου «blue water navy», δηλαδή του στόλου που επιχειρεί στις ανοιχτές θάλασσες. Μια πολύ σύντομη ιστορική αναδρομή είναι αναγκαία: Στο Θέατρο Επιχειρήσεων του Ειρηνικού (ΡΤΟ), από τα μέσα του 1942 και για τα τρία επόμενα έτη, τα επιθετικά αεροσκάφη των αμερικανικών αεροπλανοφόρων, παρά το μικρό τους μέγεθος και την αντίστοιχη εμβέλεια, είχαν προσβάλει με μεγάλη επιτυχία όχι μόνο θαλάσσιους αλλά ακόμη και επίγειους στόχους. Σε μια θρυλική πολεμική αποστολή τον Απρίλιο του 1942, 16 «δανεικά» αεροπλάνα B-25 της Αεροπορίας Στρατού προσέβαλαν το ίδιο το Τόκυο με ορμητήριο το αεροπλανοφόρο Hornet. Λίγους μήνες μετά (Ιούνιος 1942), στην αεροναυμαχία του Μίντγουεη, ναυτικά βομβαρδιστικά καταβύθισαν τα τέσσερα από τα έξι (!) αεροπλανοφόρα της Ιαπωνίας που είχαν επιτεθεί στο Περλ Χάρμπορ το 1941, αλλάζοντας την ροή του πολέμου.

Το αεροπλανοφόρο προσέφερε τις πολύτιμες υπηρεσίες του όχι μόνο σε μείζονες περιφερειακούς πολέμους, όπως η Κορέα και το Βιετνάμ, αλλά και πιο πρόσφατα, μετά την λήξη του «Ψυχρού Πολέμου»: Την άνοιξη του 1996, κατά την διάρκεια της τρίτης κρίσης ανάμεσα στις δύο Κίνες (Third Taiwan Strait Crisis), ο τότε πρόεδρος Clinton απέστειλε στην περιοχή δύο ομάδες κρούσης αεροπλανοφόρων, το CVN-68 Nimitz [1] και το CV-62 Independence [2], συντελώντας στην ανακούφιση της Ταϊβάν. Αλλά και στην «δική μας» Μεσόγειο, ο Έκτος Στόλος του Αμερικανικού Ναυτικού (USN), που υπάρχει από τον Φεβρουάριο του 1950, διαθέτει ως κορμό του την «Δύναμη Κρούσης» -βλ. παρακάτω τι σημαίνει αυτό- T.F.60, η οποία έχει να επιδείξει μακρά δράση σε επιχειρήσεις, από την κρίση του Λιβάνου το 1958 μέχρι τις επιθέσεις κατά της Λιβύης το 1986, της Σερβίας το 1999 και πιο πρόσφατες.

Η Αμερική δεν είναι η μόνη που πιστεύει ακράδαντα σε αυτόν τον τύπο πλοίου: Το μοναδικό σήμερα γαλλικό αεροπλανοφόρο, το πυρηνοκίνητο Charles de Gaulle (σε υπηρεσία από το 2001) έχει χρησιμοποιηθεί εκτενώς σε πολλά θέατρα πολεμικών επιχειρήσεων τα τελευταία 15 έτη. Μόνο στην Λιβύη, το 2011, τα αεροσκάφη του πραγματοποίησαν 1.350 πολεμικές εξόδους, ενώ το Φεβρουάριο του 2015 ξεκίνησαν αποστολές κρούσης εναντίον του ISIS. Η Βρετανία, έχοντας αποσύρει -για καθαρά οικονομικούς λόγους- τα τρία μεγάλα αεροπλανοφόρα της την περίοδο 1970-78, ναυπηγεί σήμερα δύο τεράστια, για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, σκάφη της κλάσης Queen Elizabeth, που θα παραδοθούν στο Βασιλικό Ναυτικό το 2017 και το 2020, αντίστοιχα. Η Ρωσία, της οποίας το σοβιετικής τεχνολογίας Admiral Flota Sovetskogo Soyuza Kuznetsov είναι σήμερα 26 ετών (και 31 από καθελκύσεώς του, τον Δεκέμβριο του 1985), σχεδιάζει την αντικατάστασή του από ένα ακόμη μεγαλύτερο σκάφος. Το 2012, η Λ.Δ.Κίνας έθεσε σε υπηρεσία το αδελφό σκάφος του Ναυάρχου Kuznetsov, με το όνομα Liaoning. Καθελκύστηκε το 1988 και αγοράστηκε ημιτελές το 1998 από την Ουκρανία. Ένα τρίτο σοβιετικό κατάλοιπο, μικρότερο από την κλάση Kuznetsov (με σύντομη υπηρεσία ως το 1996, αρχικά ως Baky και κατόπιν -μετά το 1991- ως Admiral Gorshkov), κατέληξε τελικά στο… Ινδικό Ναυτικό, που το αναβάθμισε πλήρως και το έθεσε σε υπηρεσία με το όνομα Vikramaditya το 2013.

05052017-1.jpg

Ξεπερασμένης εποχής; Το αεροπλανοφόρο USS George H.W. Μπους (CVN 77) διέρχεται τον Κόλπο του Άντεν στις 23 Οκτωβρίου 2014. REUTERS/U.S. Navy/Mass Communication Specialist 2nd Class Abe McNatt
--------------------------------------------------

Η ΜΕΛΕΤΗ ΤΟΥ CNAS (ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2015)

Και ενώ τα αεροπλανοφόρα ακόμη και σήμερα «αυξάνονται και πληθύνονται», σε θεωρητικό επίπεδο αντιμετωπίζουν έντονη αμφισβήτηση, τόσο λόγω του υπέρογκου κόστους τους, όσο και λόγω νέων τεχνολογικών «αντιμέτρων» που φαίνεται να μειώνουν την αποτελεσματικότητά τους. Το κόστος είναι όντως δυσθεώρητο, αν και, βέβαια, ανάλογο του μεγέθους: Το τελευταίο αμερικανικό υπερ-αεροπλανοφόρο, που σηματοδοτεί και την εγκατάλειψη της κλάσης Nimitz [3] είναι το πολύπαθο CVN-78 Gerald R. Ford. Ξεκίνησε να ναυπηγείται το 2005 και δεν έχει ακόμη εισέλθει σε υπηρεσία -αναμένεται στην καλύτερη των περιπτώσεων για το τέλος του τρέχοντος έτους- παρά το ότι αρχικά προβλεπόταν να ενταχθεί στο στόλο το 2013. Η ολοκλήρωση των πολύπλοκων συστημάτων μάχης (systems integration) αποδείχτηκε δύσκολη υπόθεση, ενώ το συνολικό του κόστος έχει σήμερα εκτοξευθεί στα 13,5 δισ. δολάρια, 25% πάνω από τις εκτιμήσεις. Θα ακολουθήσουν σύντομα άλλα δύο σκάφη της ίδιας κλάσης, ενώ η συνολική απαίτηση είναι για δέκα, δηλαδή για τουλάχιστον 200 δισ. δολάρια σε βάθος χρόνου (μαζί με τον πληθωρισμό και το κόστος Έρευνας και Ανάπτυξης, R&D).