Το Πεκίνο υιοθετεί μια εθνοκρατική εξωτερική πολιτική; | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το Πεκίνο υιοθετεί μια εθνοκρατική εξωτερική πολιτική;

Ανακύπτουν προειδοποιητικά σημάδια
Περίληψη: 

Εάν το Πεκίνο προσπαθήσει να εκμεταλλευτεί την διασπορά του για να ενισχύσει μια πιο θεληματική, παρεμβατική εξωτερική πολιτική, οι Κινέζοι στο εξωτερικό θα είναι από τους πρώτους που θα υποφέρουν.

Ο HARRY KREJSA είναι υπότροφος Bacevich στο Center for a New American Security.
Ο ANTHONY CHO είναι αναλυτής εθνικής ασφάλειας στην Ουάσινγκτον.

Σε ολόκληρο τον κόσμο, οι κυβερνήσεις από την Πολωνία [1] μέχρι τη Μιανμάρ [2] προωθούν το εθνοκρατικό αίσθημα για να εδραιώσουν την στήριξη γύρω από πολιτικές ατζέντες που διαφορετικά θα ήταν διχαστικές. Για τις μικρότερες ή περισσότερο ομοιογενείς χώρες, αυτό έχει συνήθως λάβει τη μορφή εσωστρεφών αλλαγών εσωτερικής πολιτικής [3], όπως είναι οι περιορισμοί της μετανάστευσης και ο οικονομικός προστατευτισμός που αναζωπυρώνονται στην Ουγγαρία του Viktor Orban [4]. Αλλά για κράτη μεγαλύτερα ή για κράτη πιο ισχυρά οικονομικά, το εθνοκρατικό αίσθημα τείνει να διευκολύνει επίσης μια επιθετική εξωτερική πολιτική. Η ιστορία είναι γεμάτη με τις δυσοίωνες συνέπειες του εθνοκρατισμού που εξαπλώνεται από τις μεγάλες χώρες στην παγκόσμια σκηνή -και υπάρχουν ενδείξεις ότι η πιο πολυπληθής χώρα του κόσμου, η Κίνα [5], θα μπορούσε να γίνει το τελευταίο παράδειγμα.

25102017-1.jpg

Ο πρόεδρος της Κίνας, Xi Jinping, φεύγει από μια συνέντευξη Τύπου στο τέλος του Φόρουμ Ζώνη και Οδός, στο Πεκίνο, τον Μάιο του 2017. JASON LEE / REUTERS
----------------------------------------------------

Για τις μεγαλύτερες δυνάμεις, μια σημαντικού μεγέθους ή σημαντικού κύρους εθνική διασπορά μπορεί να είναι ένας δελεαστικός στόχος ώστε να προσεταιριστεί στο όνομα μιας εθνοκρατικής εξωτερικής πολιτικής. Τα κράτη που προσδένουν τη νομιμοποίησή τους στην εθνική ταυτότητά τους, συχνά καταβάλλουν ιδιαίτερες προσπάθειες [6] για να επιβεβαιώσουν την ταυτότητα αυτή μεταξύ των ομογενών στο εξωτερικό, επεκτείνοντας την ισχύ του κράτους και φθάνοντας πέρα από τα γεωγραφικά σύνορα. Ίσως κατά συνέπεια, τα κράτη αυτά έχουν επιδιώξει μερικές φορές παρεμβατικές εξωτερικές πολιτικές [7] για να «προστατεύσουν» τους ανθρώπους τους στο εξωτερικό.

Η μεσοπολεμική Γερμανία [8] αποτελεί το ισχυρότερο παράδειγμα αυτής της παρεμβατικής, εθνοκρατικής πολιτικής. Ο Αδόλφος Χίτλερ προώθησε ενεργά την εθνοτική γερμανική ταυτότητα πέρα από τα σύνορα του Τρίτου Ράιχ και χρησιμοποίησε την κατάσταση των εθνοτικών Γερμανών ως πρόσχημα για να εισβάλει στα γειτονικά κράτη. Πιο πρόσφατα, ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν [9] ανέφερε [10] την προστασία των εθνοτικών Ρώσων από μια αντιρωσική κυβέρνηση στο Κίεβο ως πρόσχημα για την εισβολή του στην Κριμαία το 2014, ισχυριζόμενος [11] μετά την προσάρτηση ότι «δεν μπορούσε να εγκαταλείψει την Κριμαία και τους κατοίκους της στην απελπισία». Αν και αυτές οι δύο περιπτώσεις έχουν τις δικές τους ιδιαίτερες πλευρές, οι κρίσιμες συνέπειες είναι ότι οι εθνοκρατικές δυνάμεις είναι πιο επεκτατικές επειδή είτε θέλουν στα σοβαρά να προστατεύσουν την εθνότητά τους είτε θέλουν να την χρησιμοποιήσουν ως βολική κάλυψη για μια παρεμβατική πολιτική -ή ένας συνδυασμός και των δύο.

ΕΜΠΛΕΚΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΔΙΑΣΠΟΡΑ

Το Πεκίνο παρουσιάζει τώρα τα προειδοποιητικά σημάδια μιας αναδυόμενης εθνοκρατικής εξουσίας˙ προσπαθεί ενεργά να προσεταιριστεί μια τεράστια και μακρινή διασπορά για να προωθήσει τους στόχους της εξωτερικής πολιτικής του.

Λόγω τόσο της ιστορικής μετακίνησης των ανθρώπων όσο και των πιο πρόσφατων οικονομικών επανεγκαταστάσεων που συνοδεύουν τις επενδύσεις κατά μήκος της κινεζικής Πρωτοβουλίας Ζώνη και Οδός, ο πληθυσμός των εθνοτικών Κινέζων που ζουν εκτός της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και της Ταϊβάν ανέρχεται τώρα σε 50 εκατομμύρια [12], μεγαλύτερος από τον πληθυσμό της Αυστραλίας, του Καναδά ή της Κένυας. Επιπλέον, οι κινεζικές κοινότητες διασποράς συγκεντρώνονται σε στρατηγικά σημαντικές χώρες και βασικές αναδυόμενες οικονομίες, συμπεριλαμβανομένων 32 εκατομμυρίων που κατοικούν στη Νοτιοανατολική Ασία [13], ενός εκατομμυρίου στην Αυστραλία [14], 400.000 στο Πακιστάν [15], πάνω από 300.000 στη Νότια Αφρική [16], και ακόμη και 250.000 στην Βραζιλία [17]. Η συντριπτική πλειονότητα των Κινέζων στο εξωτερικό δεν κατέχουν την κινεζική υπηκοότητα, αλλά το Κομμουνιστικό Κόμμα στο Πεκίνο δημιουργεί πολιτικές για να τους εμπλέξει και να ενισχύσει μια κοινή εθνοτική ταυτότητα προκειμένου να ευθυγραμμιστούν τα συμφέροντα της διασποράς με τα δικά του.

Πρώτον, το Πεκίνο προσπάθησε να δημιουργήσει στενότερους δεσμούς μεταξύ της κινεζικής διασποράς και της οικονομίας της Κίνας. Το Πεκίνο διοχέτευσε την κίνηση των ξένων επενδύσεων μέσω αυτού του πληθυσμού, περιστασιακά σε εκπληκτικά υψηλό βαθμό. Αυτή η σχέση είναι πιο αξιοσημείωτη στη Νοτιοανατολική Ασία [18], ιδιαίτερα στην Ινδονησία, όπου οι Κινεζο-ινδονήσιοι αποτελούν το 2-3% του πληθυσμού, αλλά συμμετέχουν στο 90% του συνόλου του εμπορίου [19] μεταξύ των δύο χωρών. Αυτό το μοντέλο εμπλοκής, το οποίο πλουτίζει τόσο τον επενδυτή της ηπειρωτικής χώρας όσο και τον εγχώριο Κινέζο διαμεσολαβητή στην [ξένη] χώρα, πολλαπλασιάζεται καθώς το Πεκίνο υιοθετεί πολιτικές [20] που αποσκοπούν ανοιχτά στην αύξηση της επιρροής και του προφίλ της κινεζικής διασποράς στις χώρες που διαβιεί. Καθώς το Πεκίνο συνεχίζει τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις, δείχνει σαφώς στην κινεζική διασπορά ότι και αυτοί έχουν μια θέση στο «κινεζικό όνειρο» του προέδρου Xi Jinping.