Απογοητεύσεις στον Λευκό Οίκο και το Πεντάγωνο | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Απογοητεύσεις στον Λευκό Οίκο και το Πεντάγωνο

Γιατί φαίνεται να μην μπορούν να συμφωνήσουν για την Βόρεια Κορέα
Περίληψη: 

Το Πεντάγωνο και το Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας έχουν ξεχωριστούς ρόλους για την ανάπτυξη στρατιωτικών επιλογών, αλλά κανένα δεν παίζει τον ρόλο του ακριβώς όπως θα επιθυμούσε το άλλο. Αμφότερα είναι γνωστά για το ότι ξεπερνούν τα όρια της αντίστοιχης εξουσίας τους, ότι υιοθετούν μια άχρηστη και εριστική στάση του τύπου «εμείς γνωρίζουμε καλύτερα», και μιλούν με άλλη γλώσσα το ένα από το άλλο.

Η JULIANNE SMITH είναι διευθύντρια του Προγράμματος Διατλαντικής Ασφάλειας στο Center for a New American Security. Προηγουμένως, υπηρέτησε ως Αναπληρώτρια Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας του αντιπροέδρου Τζόζεφ Μπάιντεν.
Η LOREN DEJONGE SCHULMAN είναι αναπληρώτρια διευθύντρια Σπουδών και ανώτερη υπότροφος Panetta στο Center for a New American Security. Προηγουμένως, κατείχε πολλές θέσεις ανώτερων υπαλλήλων στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας και στο Υπουργείο Άμυνας.

Στις αρχές Φεβρουαρίου, οι επί μήνες εντάσεις μεταξύ του Λευκού Οίκου και του Πενταγώνου σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισης της Βόρειας Κορέας εξαπλώθηκαν στην δημόσια σκηνή. Όπως κάποιοι αξιωματούχοι αποκάλυψαν στους New York Times, ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας, H. R. Mc McMaster, ζήτησε από το Πεντάγωνο να φέρει μια λίστα λεπτομερών στρατιωτικών σχεδίων, συμπεριλαμβανομένου ενός χτυπήματος τύπου «ματωμένης μύτης» (“bloody nose” strike) [1] κατά των βορειοκορεατικών πυρηνικών εγκαταστάσεων, προκειμένου να αποκτήσουν αξιοπιστία [2] οι απειλές του προέδρου Donald Trump. Όμως, το Πεντάγωνο, όπως ανέφεραν οι αξιωματούχοι, φάνηκε απρόθυμο να ανταποκριθεί στο αίτημα, φαινομενικά ανησυχώντας για το γεγονός ότι ο Λευκός Οίκος δεν έλαβε υπόψη του το πόσο γρήγορα θα μπορούσε να κλιμακωθεί ένα στρατιωτικό χτύπημα.

Η πραγματικότητα έχει περισσότερες αποχρώσεις. Η προφανής άρνηση του Πενταγώνου να παραδώσει τα επιθυμητά από τον Λευκό Οίκο στρατιωτικά σχέδια προφανώς προέρχεται από πολλούς παράγοντες που δεν σχετίζονται με τα αισθήματα του Υπουργείου Άμυνας σχετικά με τον πρόεδρο ή την εξωτερική του πολιτική. Σε αυτή την περίπτωση, οι παράμετροι που πιθανώς ορίστηκαν από τον Λευκό Οίκο -χαμηλός κίνδυνος για τις αμερικανικές δυνάμεις, χαμηλός κίνδυνος για τη Νότια Κορέα, χαμηλός κίνδυνος να προκληθεί μια απάντηση από την Βόρειο Κορέα, αλλά υψηλές ζημιές στο πυρηνικό πρόγραμμα της Πιονγιάνγκ ή στην ευρύτερη συμβατική δύναμή της- ίσως απλώς ήταν αστήρικτες. Δεν υπάρχει, τελικά, καμία αποτελεσματική επιλογή χειρουργικού χτυπήματος στην Βόρεια Κορέα, καμία «ματωμένη μύτη» [3] που θα μπορούσε να προκαλέσει αποφασιστικές ζημίες στις στρατιωτικές εγκαταστάσεις χωρίς να προκαλέσει καταστροφικά αντίποινα. Το Πεντάγωνο λειτουργεί πάντοτε πιο αργά από το επιθυμητό στην ανάπτυξη στρατιωτικών σχεδίων, αλλά τελικά δεν μπορεί να επιτύχει ένα αδύνατο αίτημα -και πιθανότατα δεν επιθυμεί να προσφέρει λιγότερο ισχυρές επιλογές.

13022018-1.jpg

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Donald Trump, και ο υπουργός Άμυνας, James Mattis, στο Νόρφολκ της Βιρτζίνια, στις 22 Ιουλίου 2017. JONATHAN ERNST / REUTERS
---------------------------------------------------------------------------------------------------------

Τέτοιες τριβές μεταξύ του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας (NSC) και του Πενταγώνου, ωστόσο, ειδικά όσον αφορά τον στρατιωτικό σχεδιασμό, δεν είναι μοναδικές σε αυτήν την διοίκηση. Στην πραγματικότητα, οι προηγούμενες διοικήσεις έχουν συνήθως βρεθεί σε παρόμοιες φιλονικίες με το Υπουργείο Άμυνας όταν οι υψηλοί τους στόχοι συναντήθηκαν με την πρακτικότητα και την τελειοθηρία του Πενταγώνου. Και οι δύο υπηρεσίες έχουν ξεχωριστούς ρόλους για την ανάπτυξη στρατιωτικών επιλογών, αλλά καμιά δεν παίζει τον ρόλο της [4] ακριβώς όπως θα επιθυμούσε η άλλη. Η καθεμιά είναι γνωστή για το ότι ξεπερνά τα όρια της αντίστοιχης εξουσίας της, ότι υιοθετεί μια άχρηστη και εριστική στάση του τύπου «εμείς γνωρίζουμε καλύτερα», και μιλούν με άλλη γλώσσα η μια από την άλλη. Αμφότεροι οι οργανισμοί είναι γνωστοί για το ότι ερμηνεύουν την τυπική κακή επικοινωνία και την συνήθη γραφειοκρατική τάξη ως έλλειψη σεβασμού ή, όπως το αποκαλεί ο Peter Feaver [5] στις μελέτες του για τις πολιτικοστρατιωτικές σχέσεις, ως «αποφυγή» ευθύνης.

Δεν χρειάζεται κανείς να πάει πολύ πίσω στον χρόνο για να βρει παραλλαγές στο ίδιο θέμα. Όταν ο πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα ζήτησε από το Πεντάγωνο να καταγράψει ένα ενδεχόμενο σχέδιο επέμβασης στην Συρία [6] κατά την διάρκεια των πρώτων σταδίων της σύγκρουσης, έλαβε μόνο μια πρόταση, και δεν ήταν αυτή που ήλπιζε ο ίδιος ή το προσωπικό του επί της εθνικής ασφάλειας -ήτοι, μια ευκαιρία να διαμορφωθεί η σύγκρουση με ελάχιστο κίνδυνο για το αμερικανικό προσωπικό. Όταν ο Λευκός Οίκος ζήτησε άλλες επιλογές, φαινόταν από την πλευρά του σαν το Υπουργείο Άμυνας να συνέχιζε να εφαρμόζει το ίδιο σχέδιο, το οποίο απαιτούσε την ανάπτυξη χιλιάδων στρατευμάτων. Με την σειρά του, ενώ το προσωπικό του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας θεώρησε ότι το Πεντάγωνο κρύβει κάτι ή τους περιόριζε, οι σχεδιαστές του Πενταγώνου απογοητεύτηκαν από την τάση της διοίκησης να θέτει μαξιμαλιστικούς πολιτικούς στόχους και στην συνέχεια να αμφιταλαντεύεται όταν αποκαλυπτόταν το πραγματικό κόστος αυτών των στόχων. Μια φαύλη συζήτηση για το «τι θέλεις να κάνεις;» και «καλά, τι μπορείς να κάνεις;» είχε ως αποτέλεσμα κάτι περισσότερο από εχθρότητα στην Αίθουσα Καταστάσεων (Situation Room).

Κατά την πορεία προς τον πόλεμο στο Ιράκ, ο Λευκός Οίκος του Τζορτζ Μπους είχε το δικό του μερίδιο σύγκρουσης με το Πεντάγωνο σχετικά με τον αριθμό των στρατιωτών και τα στρατιωτικά σχέδια, ιδίως όσον αφορά την προσέγγιση για την σταθεροποίηση του Ιράκ. Ο υπουργός Άμυνας, Ντόναλντ Ράμσφελντ, απέρριψε το ρωμαλέο σχέδιο του στρατού για την σταθεροποίηση μετά τις συγκρούσεις˙ ο ίδιος και ο αναπληρωτής του, ο Paul Wolfowitz, επέπληξαν δημόσια τον αρχηγό του στρατού, Eric Shinseki, για το γεγονός ότι πρότεινε [7] στο Κογκρέσο ότι θα ήταν απαραίτητο να στείλει «κάτι της τάξης των αρκετών εκατοντάδων χιλιάδων στρατιωτών». Τελικά, οι Ηνωμένες Πολιτείες υποτίμησαν τραγικά τις απαιτήσεις για την σταθεροποίηση της χώρας και έβλαψαν σοβαρά τις προσπάθειές τους για συμφιλίωση και ανάκαμψη στο Ιράκ.