Το αβέβαιο μονοπάτι της Κεντρικής Ασίας προς την ανάπτυξη | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το αβέβαιο μονοπάτι της Κεντρικής Ασίας προς την ανάπτυξη

Τα σημερινά έργα θα επαναλάβουν τα λάθη της σοβιετικής εποχής;
Περίληψη: 

Η σοβιετική ανάπτυξη άφησε την περιοχή με πλήθος περιβαλλοντικών προβλημάτων, πολλά από τα οποία συνδέονται με συστήματα κατασκευής φραγμάτων και άρδευσης. Αλλά, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '80, οι κάτοικοι της Κεντρικής Ασίας είχαν πρόσβαση σε ένα καλά ανεπτυγμένο δίκτυο υγείας, σε ηλεκτρικό ρεύμα, σε σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές και σε δωρεάν σχολική φοίτηση.

Ο ARTEMY KALINOVSKY [1] είναι ανώτερος λέκτορας στις Ανατολικοευρωπαϊκές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ. Είναι ο συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο Laboratory of Socialist Development: Cold War Politics and Decolonization in Soviet Tajikistan[2].

Περισσότερο από όσο σε οποιοδήποτε άλλο σημείο μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991, οι χώρες της Κεντρικής Ασίας φαίνονται έτοιμες για μια σημαντική οικονομική μεταμόρφωση. Οι κινεζικές επενδύσεις ενοποιούν την περιοχή, μέσω της πρωτοβουλίας One Belt, One Road (OBOR) και αναβιώνουν από παλιά εγκαταλελειμμένα βιομηχανικά και εξορυκτικά έργα. Το άνοιγμα του Ουζμπεκιστάν υπό τον πρόεδρο Shavkat Mirziyoyev, [που ανήλθε] στην εξουσία μετά τον θάνατο του δικτάτορα Islam Karimov το 2016, έχει αφαιρέσει ένα από τα βασικά εμπόδια στην περιφερειακή ολοκλήρωση και υπάρχουν πολλοί άλλοι λόγοι για αισιοδοξία. Ωστόσο, υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι τα έργα που επιδιώκονται επί του παρόντος θα επαναλάβουν τα χειρότερα λάθη της σοβιετικής εποχής χωρίς να αποκαταστήσουν το βιοτικό επίπεδο και την εισοδηματική ασφάλεια που η πλειοψηφία του πληθυσμού της περιοχής απολάμβανε στις τελευταίες δεκαετίες της Σοβιετικής Ένωσης.

03082018-1.jpg

Εργοτάξια φαίνονται μέσα από το βαρύ νέφος πάνω από την Almaty, στο Καζακστάν, τον Φεβρουάριο του 2011. SHAMIL ZHUMATOV / REUTERS
---------------------------------------------------------------------------

Η κατανόηση της αναπτυξιακής κληρονομιάς της Σοβιετικής Ένωσης στην Κεντρική Ασία είναι κρίσιμη για δύο λόγους: Πολλά από τα σημερινά έργα αναβιώνουν ή βασίζονται σε εκείνα της σοβιετικής εποχής˙ και οι σοβιετικές επιδόσεις εξακολουθούν να διαμορφώνουν τις προσδοκίες των ελίτ και των απλών πολιτών σχετικά με το τι πρέπει να κάνει το κράτος και τι είναι η ανάπτυξη.

Η ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ

Η ρωσική αυτοκρατορία κατέκτησε μεγάλο μέρος της Κεντρικής Ασίας τον 19ο αιώνα, αλλά μόλις στην δεκαετία του 1950 οι τοπικοί πολιτικοί και οικονομολόγοι κατάφεραν να πείσουν τους ομολόγους τους στη Μόσχα να επενδύσουν στην εκβιομηχάνιση της περιοχής. Στις μεταπολεμικές δεκαετίες, η εκβιομηχάνιση ήταν το μέτρο ανάπτυξης και μοντερνισμού, που συνδέθηκε με υψηλότερα πρότυπα διαβίωσης και έναν ενάρετο κύκλο που περιλάμβανε πιο εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό, μεγαλύτερη ισότητα των φύλων και βελτιωμένο προσδόκιμο ζωής. Η Μόσχα συμφώνησε να κατασκευάσει μεγάλα υδροηλεκτρικά φράγματα σε περιοχές όπως το Nurek στο Τατζικιστάν και το Toktogul στην Κιργιζία, με στόχο την επέκταση της γεωργίας και την ενεργοδότηση συμπλεγμάτων εδάφους-παραγωγής -διασυνδεδεμένες βιομηχανίες που θα ενσωμάτωναν τους αγρότες στο βιομηχανικό εργατικό δυναμικό και θα βοηθούσαν στην άνοδο του βιοτικού επιπέδου.

Τα αποτελέσματα αυτών των νέων επενδύσεων ήταν μικτά. Η Κεντρική Ασία παρέμεινε μια από τις φτωχότερες περιοχές της Σοβιετικής Ένωσης. Πολλές από τις νέες βιομηχανικές θέσεις απασχόλησης καλύφθηκαν από Ρώσους και άλλους Ευρωπαίους. Η παραγωγή βαμβακιού, την οποία οι [κεντρικοί] σχεδιαστές ήλπιζαν ότι θα καθιστούσαν μηχανοποιημένη, εξακολουθούσε να βασίζεται στην χειρωνακτική εργασία, συχνά πραγματοποιούμενη από γυναίκες και παιδιά, υπονομεύοντας τους στόχους του σοβιετικού εκσυγχρονισμού και των πολιτικών περί τα φύλα. Επιπλέον, η σοβιετική ανάπτυξη άφησε την περιοχή με πλήθος περιβαλλοντικών προβλημάτων, πολλά από τα οποία συνδέονται με συστήματα κατασκευής φραγμάτων και άρδευσης. Σε όλη αυτή την περίοδο, ωστόσο, η δηλωμένη δέσμευση της Σοβιετικής Ένωσης για ισότητα -σε επίπεδο ατόμων, εθνοτικών ομάδων και δημοκρατιών- σήμαινε ότι οι τοπικοί αξιωματούχοι θα μπορούσαν (και όντως το έκαναν) να υποστηρίξουν ότι η Μόσχα είχε υποχρέωση να διορθώσει αυτές τις ελλείψεις. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '80, οι κάτοικοι της Κεντρικής Ασίας είχαν πρόσβαση σε ένα καλά ανεπτυγμένο δίκτυο υγείας, σε ηλεκτρικό ρεύμα, σε σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές και σε δωρεάν σχολική φοίτηση. Παρόλα αυτά, στην εποχή της περεστρόικα, πολλοί ντόπιοι διανοούμενοι, όπως και οι ομόλογοί τους αλλού στην Σοβιετική Ένωση, αμφισβήτησαν τα οφέλη της σοβιετικής ανάπτυξης, επισημαίνοντας την επίμονη φτώχεια στον αγροτικό πληθυσμό και την έλλειψη καλής [εργασιακής] απασχόλησης των νέων. Ίσως το πιο πιεστικό ζήτημα ήταν η οικολογική επίδραση των [υδροηλεκτρικών] φραγμάτων και της εκβιομηχάνισης, εκ των οποίων η συρρίκνωση της θάλασσας Αράλης στο Καζακστάν ήταν μόνο το πιο ορατό σύμπτωμα. Αυτές οι ανησυχίες βοήθησαν να σταματήσει η κατασκευή του φράγματος Rogun, στην ανάντη από την πόλη Nurek, καθώς και μια σειρά άλλων βιομηχανικών σχεδίων.