Η χειρότερη επιλογή για το Brexit, εκτός από όλες τις άλλες | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η χειρότερη επιλογή για το Brexit, εκτός από όλες τις άλλες

Γιατί η συμφωνία της Theresa May είναι ο καλύτερος δρόμος προς τα εμπρός

Παρόλο που δεν υπάρχει πλειοψηφία για την συμφωνία της Μέι, οι περισσότερες άλλες επιλογές είναι ακόμη πιο προβληματικές ή δυσάρεστες, καθώς συνεπάγονται ότι η μια πλευρά νικά σαφώς την άλλη πλευρά, δημιουργώντας έναν πραγματικό νικητή και ένα πραγματικό ηττημένο. Καθώς η Μέι καταλαμβάνει τον μεσαίο διαπραγματευτικό χώρο του Brexit, όπως το έθεσαν οι πολιτικοί επιστήμονες, και δεδομένου ότι οι απόψεις και τα πάθη είναι έντονα πολωμένα είτε υπέρ ενός σκληρού Brexit είτε μιας ανατροπής του Brexit μέσω ενός δεύτερου δημοψηφίσματος, όλοι είναι οργισμένοι. Απλά δεν υπάρχει μεσαίο έδαφος [για την εξεύρεση μιας συμβιβαστικής λύσης]. Οι σκληροί υπέρ του «εκτός» όπως ο Μπόρις Τζόνσον, ο πρώην υπουργός Εξωτερικών, και ο Jacob Rees-Mogg, ο ένθερμος υπέρ του Brexit βουλευτής, και οι υπέρ του «εντός» όπως ο αδελφός του Μπόρις, Jo Johnson, επίσης Συντηρητικός βουλευτής, και ο Chuka Umunna, από το Εργατικό Κόμμα, έχουν πλέον ενωθεί στην αντίθεσή τους ως προς την συμφωνία της Μέι -αλλά δεν θα μπορούσαν να είναι περισσότερο διχασμένοι ως προς τις προτιμώμενες εναλλακτικές λύσεις τους.

Αυτό που οι σκληροί Brexiteers θέλουν είναι αδύνατο τόσο σε κοντινό όσο και σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Αφενός, θέλουν να εγκαταλείψουν την τελωνειακή ένωση και την ενιαία αγορά, έτσι ώστε το Ηνωμένο Βασίλειο να μπορέσει να επιτύχει τις δικές του εμπορικές συμφωνίες, να ελέγξει τη μετανάστευση και να μην δεσμεύεται πλέον από τους κανονισμούς της ΕΕ. Από την άλλη, δεν επιθυμούν καμία τριβή όταν πρόκειται για το εμπόριο αγαθών ούτε για σκληρά σύνορα μεταξύ της Βόρειας Ιρλανδίας και της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας. Επίσης, αντιτάσσονται σθεναρά σχετικά με οποιαδήποτε σύνορα στην Θάλασσα της Ιρλανδίας, καθώς οι περισσότεροι από αυτούς είναι ισχυροί ενωτικοί που φοβούνται ότι η ΕΕ σκοπεύει να διαλύσει το Ηνωμένο Βασίλειο. Αυτό που θέλουν είναι μια λογική απιθανότητα. Κάπου πρέπει να υπάρχει ένα σύνορο. Ίσως οι τεχνολογικές καινοτομίες που επιτρέπουν την παρακολούθηση του εμπορίου αγαθών χωρίς [ενδιάμεσους] σταθμούς μπορεί να αποτελέσουν λύση στον ιρλανδικό γρίφο των συνόρων στο μέλλον. Προς το παρόν, οι σκληροί Brexiteers κυνηγούν μονόκερους. Και όμως συνεχίζουν να προωθούν την υπόθεσή τους, σχετικά χωρίς αντίσταση.

Αλλά αυτό που τώρα θέλει η πλειοψηφία των υπέρ της παραμονής [στην ΕΕ] -δηλαδή ένα δεύτερο δημοψήφισμα για να σπάσει το αδιέξοδο- κινδυνεύει να δημιουργήσει ακόμα μεγαλύτερο πολιτικό χάος. Πρώτα, θα πρέπει να υπάρξει μια συμφωνία σχετικά με το ερώτημα που θα τεθεί στην ψηφοφορία. Μια πιθανότητα θα ήταν οι ψηφοφόροι να επιλέξουν μεταξύ της παραμονής και της συμφωνίας της Μέι -αλλά οι σκληροί Brexiteers θα διαμαρτυρηθούν δικαιολογημένα ότι η συμφωνία της Μέι δεν είναι ο καθαρός χωρισμός από την ΕΕ που ψήφισε ο βρετανικός λαός τον Ιούνιο του 2016. Η ψήφος μεταξύ της συμφωνίας της Μέι και καμιάς συμφωνίας επίσης δεν είναι μια πραγματική επιλογή, διότι για ένα μεγάλο κομμάτι του εκλογικού σώματος, ειδικά για εκείνους που ψήφισαν υπέρ του «εντός», αυτές είναι αμφότερες τρομερές επιλογές.

Στην πραγματικότητα, ο μόνος ρεαλιστικός τρόπος για την διεξαγωγή νέου δημοψηφίσματος θα ήταν να αφεθούν οι άνθρωποι να επιλέξουν μεταξύ της συμφωνίας της Μέι, της απουσίας συμφωνίας, και της παραμονής στην ΕΕ. Τι γίνεται όμως αν καμία από αυτές τις τρεις επιλογές δεν οδηγήσει σε πλειοψηφία; Οι δημοσκοπήσεις ενδέχεται να υποδηλώνουν ότι το «εντός» έχει τώρα μια μικρή πλειοψηφία, αλλά μια νέα εκστρατεία υπέρ του «εκτός» είναι βέβαιο ότι θα το ανατρέψει αυτό. (Οι υπέρ του «εκτός» ορέγονται μια ευκαιρία για να πολεμήσουν μια ακόμα [προεκλογική] εκστρατεία.) Εναλλακτικά, μια προτιμησιακή ψήφος θα μπορούσε να αναγκάσει το βρετανικό εκλογικό σώμα να κατατάξει τις τρεις επιλογές. Ωστόσο, υπάρχει κίνδυνος η συμφωνία της Μέι να κερδίσει αρκετά άνετα, ως η δεύτερη επιλογή της πλειοψηφίας των ψηφοφόρων –κάτι που δύσκολα θα ήταν μια δημοφιλής εντολή.

ΤΟ ΠΡΙΣΜΑ ΤΩΝ ΒΡΥΞΕΛΛΩΝ

Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος του Brexit τον Ιούνιο του 2016 προκάλεσε ένα βαθύ σοκ στο οικοδόμημα της ΕΕ, το οποίο το θεώρησε ως ένα πραγματικό πλήγμα στο σχέδιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης [6]. Ήρθε επίσης κατά την διάρκεια μιας δύσκολης περιόδου πολλαπλών κρίσεων, συμπεριλαμβανομένων του ευρώ, των προσφύγων, των ρωσικών διαξιφισμών στην Ουκρανία, και των αυξανόμενων αυταρχικών τάσεων σε μερικά από τα κεντροευρωπαϊκά κράτη-μέλη της ΕΕ. Το ότι οι Ευρωπαίοι ηγέτες λυπήθηκαν βαθιά για την απόφαση του Ηνωμένου Βασιλείου και εξέφρασαν την ελπίδα ότι η χώρα θα αλλάξει γνώμη δεν αποτέλεσε, λοιπόν, έκπληξη. Εξάλλου, το Ηνωμένο Βασίλειο έχει πυρηνικά όπλα, είναι ένα μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ με δικαίωμα βέτο, και είναι από τις πιο δυναμικές οικονομίες στον κόσμο. Αυτό δεν ήταν το είδος του κράτους-μέλους που ήθελε να χάσει η ΕΕ.

Ωστόσο, το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν πάντα το πιο απρόθυμο κράτος-μέλος της ΕΕ. Με την πάροδο των ετών, διαπραγματεύτηκε διάφορες εξαιρέσεις, επιστροφές [κεφαλαίων] από τον προϋπολογισμό και απαλλαγές. Τώρα η ΕΕ πρέπει να λάβει κάποιες ουσιαστικά σημαντικές αποφάσεις σχετικά με την ολοκλήρωση της ευρωζώνης και την ενίσχυση των κοινών θεσμικών οργάνων για την αντιμετώπιση της μετανάστευσης, της κλιματικής αλλαγής, του διεθνούς εγκλήματος και της δημοκρατικής διολίσθησης. Οι ηγέτες της ΕΕ θα ήταν δικαιολογημένοι να αναρωτηθούν τι είδους ρόλο θα διαδραμάτιζε ένα πληγωμένο βρετανικό κράτος-μέλος στην διαδικασία αυτή. Ένα ταπεινωμένο Ηνωμένο Βασίλειο, ακόμα αποσταθεροποιημένο από την αποτυχία του να εκπληρώσει την ελαττωματική υπόσχεση του 2016 να «ανακτήσει τον έλεγχο», δεν θα μπορούσε να είναι ένας ενθουσιώδης υποστηρικτής της μελλοντικής ολοκλήρωσης.