Το εκκρεμές των Δαρδανελίων | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το εκκρεμές των Δαρδανελίων

Πώς η συριακή κρίση συσχετίζεται γεωπολιτικά με τα Στενά*

Για τον λόγο αυτό, από την πρώτη στιγμή της πλανητικής συνειδητοποίησης και στρατηγικής σκέψης των Μεγάλων Δυνάμεων, το ζήτημα των Στενών μεταφέρεται αυτομάτως στην κορυφή των θεμάτων υψηλής στρατηγικής τόσο της Ρωσίας όσο και των Δυτικών Δυνάμεων.

Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι, όπως ακριβώς είχε συμβεί και με τον προκάτοχο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, την αποκαλούμενη Βυζαντινή αυτοκρατορία (στην πραγματικότητα Ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία), η δυνατότητα ουσιαστικού ελέγχου των Στενών, ιδιαίτερα κατά τους τελευταίους αιώνες της ύπαρξής της, έβαινε σταδιακά μειούμενη. Αναφέρονται ενδεικτικά, χωρίς να είναι σκοπός να αναλυθούν σε βάθος, το σύστημα διομολογήσεων στις Ιταλικές Δημοκρατίες, η κατάληψη μέρους των στενών από ξένες δυνάμεις κατά τους αιώνες προ της αλώσεως (Οθωμανοί, Δυτικοί), καθώς και ο πλήρης στραγγαλισμός των Στενών λίγο διάστημα πριν από την οριστική πτώση (κατασκευή οθωμανικών οχυρών Rumeli Hissar, Anadolu Hissar). Με παρόμοιους τρόπους, και η Οθωμανική, αλλά και Τουρκική κυριαρχία και φυσικά ο έλεγχος των Στενών πέρασε από τα στάδια πλήρους ελέγχου σε καταστάσεις περιορισμένης κυριαρχίας ακόμα και σε καταστάσεις παντελούς απώλειάς της.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΝΘΗΚΗ ΚΙΟΥΤΣΟΥΚ-ΚΑΪΝΑΡΤΖΗ ΣΤΗΝ ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΟΥ ΑΓ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ

Με την συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή του 1774 δίνονταν για πρώτη φορά δυνατότητες επέμβασης της Ρωσίας εντός της οθωμανικής επικράτειας, κυρίως αναφορικά με την προστασία ορθόδοξων πληθυσμών. Σε αυτό το σημείο το εκκρεμές για πρώτη φορά κινείται προς την πλευρά της τσαρικής Ρωσίας. Με την Αγγλο-Τουρκική Συμφωνία του 1809, καθορίζεται αυτό που είναι γνωστό στην σχετική βιβλιογραφία ως ο «αρχαίος κανόνας» (The ancient Rule), ο οποίος αποτελεί έμπνευση του Δούκα του Wellington. Σύμφωνα με αυτόν τον κανόνα, «τα Στενά θα πρέπει να είναι κλειστά για τα πολεμικά πλοία», επιχειρώντας με αυτόν τον τρόπο τον αποκλεισμό της Ρωσίας μέσα στη Μαύρη Θάλασσα, ούτως ώστε να μην είναι σε θέση να απειλήσει με κανέναν τρόπο τις διόδους επικοινωνίας της Βρετανίας στην Ινδία και ευρύτερα. Εδώ το εκκρεμές του Ελλησπόντου έχει αλλάξει κατεύθυνση και βρίσκεται σαφώς προς την πλευρά της Δύσης.

Όπως, όμως, αναφέρει και ο Alstyne (1947), η εφαρμογή αυτού του κανόνα επαφίονταν στην ικανότητα της Μεγάλης Βρετανίας να κρατάει σε ασφαλή απόσταση την ρωσική επιρροή από την Τουρκία, κάτι διόλου εύκολο. Το 1833 στο πλαίσιο ενός αμοιβαίου αμυντικού συμφώνου (Unkiar Skelessi) μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας, τα ρωσικά πολεμικά πλοία εξαιρούνται του «αρχαίου κανόνα» και μπορούν πλέον να εισέρχονται στα θερμά ύδατα της Μεσογείου, καθιστώντας ουσιαστικά την Υψηλή Πύλη ρωσικό προτεκτοράτο και οδηγώντας εκ νέου το εκκρεμές του Ελλησπόντου στην ρωσική πλευρά. Το 1841, μέσα από την διπλωματική μαεστρία του Λόρδου Palmerston και στο πλαίσιο μιας συμφωνίας 5 δυνάμεων, η συμφωνία του Unkiar Skelessi τερματίζεται και επιβεβαιώνεται εκ νέου ο «αρχαίος κανόνας» του κλεισίματος των Στενών, αλλά ταυτοχρόνως απαιτείται από την Τουρκία σε περίοδο πολέμου να ανοίγει σε αυτές τις δυνάμεις τα Στενά, προκειμένου να διέλθουν Δυτικά πολεμικά πλοία, κάτι που λαμβάνει χώρα 13 χρόνια αργότερα με την Κριμαϊκή Εκστρατεία, οπότε ο αγγλικός και γαλλικός πολεμικός στόλος εισήλθαν στη Μαύρη Θάλασσα και κατάφεραν να νικήσουν την Ρωσία στην Κριμαία.

Το εκκρεμές του Ελλησπόντου για μια ακόμα φορά είχε στραφεί και μάλιστα με δύναμη προς την πλευρά της Δύσης. Όχι όμως για μεγάλο χρονικό διάστημα, καθώς το 1878 και στο πλαίσιο της υποδαύλισης των βαλκανικών εθνικισμών, τα ρωσικά στρατεύματα δια της βαλκανικής οδού φτάνουν μέχρι σχεδόν τα τείχη της Κωνσταντινούπολης, όπου και υπογράφεται η συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, οπότε η συμφωνία του 1841 με τις Δυτικές δυνάμεις σε σχέση με τον «Αρχαίο Κανόνα» χάνει σε πολύ μεγάλο βαθμό τον βηματισμό της, φέρνοντας και πάλι με αυτόν τον τρόπο το εκκρεμές προς την πλευρά της Ρωσίας.

Ο Α’ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Η ανάδειξη της Γερμανίας ως δύναμης με απαιτήσεις επέκτασης σε ευρωπαϊκό και ευρύτερο επίπεδο εισήγαγε νέες παραμέτρους. Έτσι, παρά το γεγονός ότι μέχρι εκείνη την στιγμή η Γερμανία ακολουθούσε άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο τις επιλογές της Ρωσίας (Langer, 1929), αυτό παύει να ισχύει στις αρχές του 20ου αιώνα με τις εξελίξεις που οδηγούν με την σειρά τους στο ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η σύμπηξη ενός ανεξάρτητου άξονα Γερμανίας–Τουρκίας, αφενός επιβεβαιώνει την διαχρονική αντίθεση της Γερμανίας στον πυρήνα των γεωπολιτικών επιδιώξεων της Δύσης, ως ένωση των θαλάσσιων δυνάμεων (Mackinder, 1942; Μπέλλος, 2018), αφετέρου διαταράσσει την «προβλεπόμενη» πορεία του γεωπολιτικού εκκρεμούς του Ελλησπόντου.

Στην περίοδο εκείνη διαφαίνεται πλέον η βούληση της Ρωσίας για την δυναμική και οριστική επίλυση του θέματος των Στενών ακόμα και με στρατιωτική κατοχή της Κωνσταντινούπολης (Kerner, 1930; Langer, 1929), σχέδιο το οποίο τυγχάνει μίας επιδερμικής αποδοχής από τις Κεντρικές Ευρωπαϊκές Δυνάμεις, την Γερμανία και την Αυστρία, οι οποίες ταυτόχρονα και σε αντάλλαγμα αναμένουν εδαφικά ανταλλάγματα στην περιοχή των Βαλκανίων (Βοσνία Ερζεγοβίνη, λιμένας Θεσσαλονίκης).

Αντίθετα, η Βρετανία παραμένει σταθερά ενάντια σε τέτοιους είδους εξελίξεις. Ωστόσο, καταγράφονται στην σχετική βιβλιογραφία αναφορές (Curzon, 1919; Langer, 1929) όπου η βρετανική αντίδραση σε αυτό το σενάριο, την συγκεκριμένη περίοδο ήταν αρνητική μεν, αλλά όχι με την ένταση που σημειωνόταν σε άλλες περιόδους. Σύμφωνα με τον Kerner (1930), το 1915 η Αγγλία με την Γαλλία και την Ιταλία και μετά την επίθεση των Τούρκων στους Ρώσους αφού συμμάχησαν με την Γερμανία του Κάιζερ, είχαν ουσιαστικά συμφωνήσει με την απόδοση της Κωνσταντινούπολης στους Ρώσους.