Το αέναο χάος της Λιβύης | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το αέναο χάος της Λιβύης

Γιατί η επίθεση του Haftar στην Τρίπολη θα μπορούσε να σπάσει το αδιέξοδο της χώρας
Περίληψη: 

Αν και οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοί τους βοήθησαν με ενθουσιασμό να ανατραπεί ο Καντάφι, μετά από την επίθεση στην Βεγγάζη το 2012, η Δύση έχασε και πάλι το ενδιαφέρον για την Λιβύη. Αυτό άρχισε να αλλάζει μόλις το 2016, όταν οι συνέπειες της πολιτικής δυσλειτουργίας της Λιβύης έφτασαν στις ευρωπαϊκές ακτές: Η αφρικανική μετανάστευση προς την Ευρώπη μέσω της Λιβύης αυξήθηκε.

Ο ETHAN CHORIN είναι ο συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο Exit the Colonel: The Hidden History of the Libyan Revolution και ήταν οικονομικός και εμπορικός ακόλουθος των ΗΠΑ στην Λιβύη από το 2004 έως το 2006.

Νωρίτερα αυτόν τον μήνα, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες προετοιμάζονταν για μια ακόμη διάσκεψη ώστε να τερματιστεί η σχεδόν οκταετής σύγκρουση της Λιβύης, ο στρατηγός Χαλίφα Χαφτάρ, ο αρχηγός του έχοντος την βάση του στα ανατολικά [της χώρας] Εθνικού Στρατού της Λιβύης (Libyan National Army, LNA), διέταξε επίθεση στην πρωτεύουσα Τρίπολη. Το αν οι δυνάμεις του Haftar θα καταφέρουν να πάρουν την πόλη είναι ακόμη ασαφές. Ωστόσο, μια αποφασιστική νίκη για τον στρατηγό πιθανόν να φέρει μια σχετική τάξη στην Λιβύη, τουλάχιστον προς το παρόν.

Η διεθνής κοινότητα καταδίκασε σποραδικώς την επίθεση του LNA ζητώντας από «όλα τα μέρη» να προσχωρήσουν στην διαδικασία των Ηνωμένων Εθνών και να υποστηρίξουν τον αντίπαλο του Haftar, την Κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας (Government of National Accord, GNA) που έχει έδρα την Τρίπολη. Την περασμένη εβδομάδα, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάικ Πομπέο, εντάχθηκε στον χορό, καλώντας [1] τον Haftar να «σταματήσει» την προώθησή του. Παρά τις καταδίκες αυτές, είναι σαφές ότι ορισμένες χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Γαλλίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, λένε ένα πράγμα δημοσίως ενώ ελπίζουν ιδιωτικά ότι οι ενέργειες του Haftar θα τραντάξουν την Λιβύη από την βαθιά πολιτική κακουχία της.

20042019-1.jpg

Στρατιώτες του LNA του Haftar στην Βεγγάζη, τον Απρίλιο του 2019. ESAM AL-FETORI / REUTERS
-----------------------------------------------------------------------

Επί τέσσερα χρόνια, πολλοί στα Δυτικά μέσα ενημέρωσης χαρακτήριζαν τον Χαφτάρ ως έναν επίδοξο δικτάτορα που υπονομεύει τις υπομονετικές προσπάθειες του ΟΗΕ να φέρει κοντά τις εμπόλεμες πλευρές της χώρας. Ωστόσο, πολλοί Λίβυοι έχουν χάσει την υπομονή τους με την GNA και υποστηρίζουν τις προσπάθειες του LNA -όχι από μεγάλη συμπάθεια προς τον Haftar, αλλά επειδή αισθάνονται ότι είναι ο μοναδικός δρων της χώρας που αντιμετωπίζει ενεργά τις τεράστιες ανάγκες ασφάλειας της Λιβύης.

ΕΚΤΡΟΧΙΑΣΜΕΝΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Λίγοι ενημερωμένοι παρατηρητές περίμεναν ότι η πτώση του δικτάτορα της Λιβύης, Muammar al-Qaddafi, το 2011 θα οδηγούσε γρήγορα ή εύκολα στην δημοκρατία. Ωστόσο, τα πρώτα επιτεύγματα των Λίβυων επαναστατών ήταν αξιοσημείωτα: Μέσα σε δύο χρόνια μετά την αποπομπή του Καντάφι, η Λιβύη διεξήγαγε σε μεγάλο βαθμό ελεύθερες και δίκαιες εθνικές εκλογές, είδε μια ειρηνική μεταφορά εξουσίας από ένα μη εκλεγμένο μεταβατικό όργανο σε μια εκλεγμένη κυβέρνηση (το Γενικό Εθνικό Κογκρέσο, General National Congress) και έγινε μάρτυρας της ταχείας ανάπτυξης της κοινωνίας των πολιτών και ενός ελεύθερου Τύπου. Αλλά, όπως θρήνησε ο πρώην πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα [2] το 2014, οι Ηνωμένες Πολιτείες απέτυχαν να προετοιμαστούν για αυτό που ήρθε μετά την πτώση του Καντάφι.

Ένα άλλο αμερικανικό λάθος έχει περάσει σε μεγάλο βαθμό απαρατήρητο: Στο πλαίσιο του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας», η διοίκηση του πρώην προέδρου Τζορτζ Μπους είχε «αποδώσει» μερικούς από τους πιο φοβερούς ισλαμιστές εχθρούς του Καντάφι στην Λιβύη για βασανιστήρια και ανακρίσεις –ταυτοχρόνως μια κατακριτέα και μια αντιπαραγωγική κίνηση. Όταν ξέσπασε η επανάσταση το 2011, το Κατάρ και η Τουρκία χρηματοδότησαν και εξόπλισαν αυτούς τους Ισλαμιστές και τους συμμάχους τους, πολλοί από τους οποίους προχώρησαν για να πολεμήσουν τους μετριοπαθείς επαναστάτες στην Λιβύη και την Συρία. Ορισμένοι έχουν συνδεθεί με την επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου 2012 στην αποστολή των ΗΠΑ στη Βεγγάζη, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο του πρεσβευτή των ΗΠΑ, Κρίστοφερ Στίβενς, και τον τερματισμό της όρεξης της κυβέρνησης Ομπάμα για αμερικανική δράση στην Λιβύη.

Αφότου το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών «ξεπάγωσε» κάποια από τα περιουσιακά στοιχεία του πρώην καθεστώτος του Καντάφι στο εξωτερικό στα τέλη του 2011, δισεκατομμύρια δολάρια έρευσαν στην κεντρική τράπεζα της Λιβύης και πληρώθηκαν αδιάκριτα σε όλους εκείνους που διεκδίκησαν «επαναστατικό» status. Αυτό κατέστησε την Τρίπολη ένα έδαφος τροφοδότησης των ανταρτών, των ριζοσπαστών και των εγκληματιών που επεδίωκαν να πέσουν πάνω στα κυβερνητικά επιδόματα ενώ ταυτόχρονα υπονόμευαν τη νεόκοπη κυβέρνηση. Το χάος επιδεινώθηκε μετά την επίθεση κατά της αποστολής των ΗΠΑ στην Βεγγάζη, η οποία οδήγησε τις Δυτικές δυνάμεις να φύγουν από την Λιβύη και διευκόλυνε την τοποθέτηση ριζοσπαστών σε βασικές θέσεις, για παράδειγμα στο Υπουργείο Άμυνας. Εκεί, διευκόλυναν τη μεταφορά όπλων και την υποστήριξη των συμμάχων τους -κυρίως Ισλαμιστές και πολιτοφυλακές από την ισχυρή παράκτια πόλη Misrata. Μέσα σε λίγους μήνες, η Βεγγάζη έπεσε σε ομάδες συμμαχικές της al-Qaeda.

Λίγο αργότερα, τον Ιούνιο του 2014, η Λιβύη διεξήγαγε τις δεύτερες εθνικές εκλογές της, στις οποίες τα ισλαμικά κόμματα για άλλη μια φορά δεν πήγαν καλά. Οι Ισλαμιστές, υποστηριζόμενοι σε μεγάλο βαθμό από το Κατάρ και την Τουρκία, απέρριψαν τα αποτελέσματα και, μαζί με τους συμμάχους τους από την παράκτια πόλη Misrata, ξεκίνησαν μια επίθεση στον αερολιμένα της Τρίπολης, η οποία προκάλεσε την επέκταση των μαχών σε κατοικημένες περιοχές, συμπεριλαμβανομένης της διπλωματικής συνοικίας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες απέσυραν τους υπόλοιπους διπλωμάτες τους και η Βουλή των Αντιπροσώπων μετεγκαταστάθηκε στην ανατολική πόλη Tobruk, όπου η ηγεσία της έθεσε επίσημα τον στρατηγό Haftar –έναν στρατηγό της εποχής του Qaddafi, ο οποίος είχε επιστρέψει από την εξορία του στις ΗΠΑ το 2011- ως διοικητή του LNA. Στην Τρίπολη, μέλη της συμμαχίας Ισλαμιστών-Μισρατινών αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν την εκλεγμένη κυβέρνηση και έφεραν άλλα, μη εκλεγμένα, μέλη στο μειοψηφικό Γενικό Εθνικό Κογκρέσο (GNC). Το GNC άρχισε να χωλαίνει από το φθινόπωρο του 2012 μέχρι τον Αύγουστο του 2014, οπότε αντικαταστάθηκε επισήμως από τη Βουλή των Αντιπροσώπων.