Τι έχει αλλάξει στις ελληνοαλβανικές σχέσεις στην δεκαετία 2009-2019 | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Τι έχει αλλάξει στις ελληνοαλβανικές σχέσεις στην δεκαετία 2009-2019

Το «κλίμα» είναι τελείως διαφορετικό*

Ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών, Νίκος Κοτζιάς (αριστερά), σε χειραψία με τον Αλβανό ομόλογό του, Ντιτμίρ Μπουσάτι, κατά την 3η Υπουργική Συνάντηση Ελλάδας, Αλβανίας, Βουλγαρίας και πΓΔΜ, στην Θεσσαλονίκη, στις 4 Μαΐου 2018. Αμφότεροι οι άνδρες δεν μετέχουν πια στις κυβερνήσεις των χωρών τους. REUTERS/Alexandros Avramidis
----------------------------------------------------------------------

Στις αρχές Δεκεμβρίου του 2018 διέρρευσε πως το νέο οικιστικό σχέδιο της Χιμάρας που εκπονήθηκε το 2015, δεν θα προχωρήσει σε ουδεμία κατεδάφιση σπιτιού, σεβόμενο δικαστικές αποφάσεις. Προσπαθώντας να προσπεράσει αυτόν τον σκόπελο, ο πρωθυπουργός της Αλβανίας, Έντι Ράμα, υπέγραψε υπουργική απόφαση βάσει της οποίας 46 τεμάχια γης, 41 εκ των οποίων στην παραλιακή περιοχή της Χιμάρας, θα περάσουν στο αλβανικό Υπουργείο Τουρισμού προς τουριστική αξιοποίηση. Ανάμεσά τους υπάρχουν και εκτάσεις γης που ανήκουν σε Έλληνες μειονοτικούς που ζουν στην Χιμάρα. Η απάντηση του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών ήταν άμεση εκδίδοντας ανακοίνωση στην οποία μιλούσε για «απόφαση αντίθετη στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αλλά και σε αλβανικές δικαστικές αποφάσεις», καλώντας την αλβανική κυβέρνηση να ανακαλέσει την απόφαση αυτή.
Ανατρέποντας, όμως, και αυτό το σχέδιο, ο πρόεδρος Ιλίρ Μέτα, με διάταγμά του έκρινε αντισυνταγματικό το προταθέν από την κυβέρνηση νομοσχέδιο κτηματολογίου, με την αλβανική κοινοβουλευτική επιτροπή νόμου να συμφωνεί, και το αλβανικό κοινοβούλιο να πρέπει να πλέον προβεί σε αλλαγές επ’ αυτού ώστε να πάρει εν συνεχεία την έγκριση του Προέδρου. Οι τελευταίες εξελίξεις ήταν που οδήγησαν τον νέο υπουργό Εξωτερικών της Ελλάδας, Γ. Κατρούγκαλο, να πει τον Ιανουάριο του 2019 πως «…Από κει και μετά, για λόγους που κυρίως ανάγονται στην εσωτερική πολιτική σκηνή της γειτονικής χώρας, κατά την εκτίμησή μου είχαμε μια ψύχρανση του κλίματος, που νομίζω όμως ότι είναι πλήρως αναστρέψιμη. Η δική μας προσπάθεια είναι ακριβώς να ξαναφέρουμε το επίπεδο των συζητήσεων εκεί που ήταν, και να προχωρήσουμε για την οριστική διευθέτηση των ζητημάτων».

Σήμερα, και ενώ στα Υπουργεία Εξωτερικών των δύο χωρών δεν βρίσκονται πια οι κύριοι δρώντες των διαπραγματεύσεων των τελευταίων ετών, Ντιτμίρ Μπουσάτι και Νίκος Κοτζιάς, η ολοκλήρωση της Συμφωνίας φαίνεται να έχει παγώσει. Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσίασε μάλιστα η δήλωση του Ν. Κοτζιά πως η εν λόγω συμφωνία είναι έτοιμη από το καλοκαίρι του 2018 αλλά δεν προχώρησε καθώς στην Αλβανία δεν έχει συσταθεί το Συνταγματικό Δικαστήριο της χώρας (Πρόκειται για το ίδιο Δικαστήριο που είχε κρίνει αντισυνταγματική την ελληνοαλβανική συμφωνία του 2009). Ο Γ. Κατρούγκαλος με αισιοδοξία σημείωσε πως: «Θέλω να ελπίζω ότι θα έχουμε και στο θέμα των σχέσεων μας με την Αλβανία ανάλογη πρόοδο όπως και με την ΠΓΔΜ, με την αυτονόητη προϋπόθεση της επανεξέτασης κάθε μέτρου που θίγει τα δικαιώματα της μειονότητάς μας εκεί» ενώ και ο Έντι Ράμα στον επίσημο λογαριασμό του στο Twitter, αποκάλεσε «φίλο» τον Α. Τσίπρα και τον συνεχάρη για τις εξελίξεις σχετικά με την «Συμφωνία των Πρεσπών» επικοινωνώντας ένα κλίμα ομόνοιας.

Στην Αλβανία, μπορεί τυπικώς να είναι υπουργός Εξωτερικών ο κ. Ράμα, την εξωτερική πολιτική της χώρας όμως διαχειρίζεται ο 28χρονος Κοσοβάρος Gent Cakaj, τον οποίο ο Αλβανός πρόεδρος Μέτα έκρινε ακατάλληλο για την θέση του υπουργού, αναγκάζοντας τον πρωθυπουργό να δηλώσει πως μπορεί τυπικώς να διατηρεί ο ίδιος το Υπουργείο Εξωτερικών, o de facto όμως υπουργός θα είναι ο κ. Cakaj. Ο τελευταίος συναντήθηκε μάλιστα με τον Γ. Κατρούγκαλο στο περιθώριο της άτυπης συνάντησης των υπουργών Εξωτερικών κρατών-μελών της ΕΕ στο Βουκουρέστι, έχοντας μια πρώτη γνωριμία.

Εν κατακλείδι, δέκα χρόνια μετά την υπογραφή της συμφωνίας για τον καθορισμό των θαλασσίων ζωνών και της υφαλοκρηπίδας, το κλίμα στις σχέσεις των δύο χωρών δεν είναι το πλέον ιδεατό. Έχοντας άλλωστε φτάσει, σύμφωνα με τον Ν. Κοτζιά, εδώ και μήνες στην ολοκλήρωση της αποκαλούμενης και ως Συμφωνία–Πακέτο ήδη από το 2018, η μη προώθησή της προς υπογραφή και εν συνεχεία επικύρωση της ώστε να τεθεί σε ισχύ φαίνεται να οδηγεί την συμφωνία αυτή στην ιστορία.

Επιπροσθέτως, η «απομάκρυνση» των υπουργών Εξωτερικών οι οποίοι έδρασαν καταλυτικά στην προώθηση των διαπραγματεύσεων, ο θάνατος του ομογενούς στους Βουλιαράτες και οι αλβανικές αποφάσεις για απαλλοτρίωση εδαφών στην Χιμάρα όπου διαβιούν Έλληνες μειονοτικοί έδρασαν επιβραδυντικά στην δημιουργία ενός ευνοϊκού «κλίματος» για την προώθηση της συμφωνίας.

Εν προκειμένω, οι καταστάσεις στο εσωτερικό των δύο χωρών δεν εμπνέουν μεγάλη αισιοδοξία για την επαναφορά του ζητήματος αυτού στην κορυφή της ατζέντας των δύο χωρών. Από τη μια η μεγάλη πολιτική και κοινωνική κρίση των τελευταίων μηνών στην Αλβανία και από την άλλη το μεγάλο πολιτικό κεφάλαιο που χρειάστηκε για την επικύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών στην Ελλάδα καθώς και το γεγονός πως το 2019 αποτελεί εκλογικό έτος τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Αλβανία (δημοτικές εκλογές) είναι πολύ πιθανό να αναγκάσει τις κυβερνήσεις των δύο χωρών να στρέψουν αλλού την προσοχή τους. Δέκα χρόνια μετά, το «κλίμα» στις ελληνοαλβανικές σχέσεις είναι τελείως διαφορετικό.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

*Το άρθρο αυτό έχει δημοσιευθεί στο τεύχος 57 (Απριλίου - Μαΐου 2019) του Foreign Affairs The Hellenic Edition.
[1] Η πρώην υπ. Εξωτερικών της Ελλάδα κ. Ντόρα Μπακογιάννη άσκησε, μάλιστα, κριτική στη νέα κυβέρνηση κατά την διάρκεια της θητείας της οποίας ακυρώθηκε η συμφωνία. Βασικό επιχείρημά της ήταν η μη κατάθεση της συμφωνίας στην ελληνική Βουλή για κύρωση. Ανέφερε χαρακτηριστικά: «Αυτό που γνωρίζω, όμως, είναι ότι, ενώ ο κ. Ράμα ανακοίνωσε τις προθέσεις του στα μέσα Οκτωβρίου, ουδεμία σπουδή επέδειξε η ελληνική κυβέρνηση να φέρει την Συμφωνία προς κύρωση στην Βουλή, που άνοιξε λίγες μέρες μετά, ώστε να δημιουργήσει μια θετική δυναμική, για την διαφύλαξή της, όπως και για την διαφύλαξη του υψηλού επιπέδου στο οποίο πετύχαμε να φέρουμε τις ελληνοαλβανικές σχέσεις».