Το άντρο των κατασκόπων των Αγιατολάχ | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το άντρο των κατασκόπων των Αγιατολάχ

Πώς το Ιράν έφτασε να βλέπει ως διαβρωμένο τον επαναστατικό πυρήνα του
Περίληψη: 

Αντιμέτωποι με τις αυξανόμενες στρατιωτικές απειλές στο εξωτερικό και τις τρομακτικές προοπτικές για αναταραχές εγχωρίως, οι Ιρανοί ηγέτες φαίνεται να έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν μπορούν πλέον να παραβλέψουν την πιθανή παρουσία «ποντικών» και κατασκόπων στα πιο επαναστατικά και αντιδυτικά θεσμικά όργανα του κράτους.

Ο MAYSAM BEHRAVESH είναι αναλυτής στο Gulf State Analytics και εργάστηκε ως αναλυτής πληροφοριών και σύμβουλος πολιτικής στο Ιράν από το 2008 έως το 2010. Ακολουθήστε τον στο Twitter @MaysamBehravesh.

Την περασμένη εβδομάδα έκλεισαν σαράντα χρόνια από τότε που μια ομάδα που ονομαζόταν Μουσουλμάνοι Φοιτητές Ακόλουθοι της Γραμμής του Ιμάμη εισέβαλε στην αμερικανική πρεσβεία στην Τεχεράνη και πήρε ως ομήρους το προσωπικό της. Η νέα επαναστατική κυβέρνηση του Ιράν, υπό την ηγεσία του Αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί, χαρακτήρισε την πρεσβεία ως «άντρο κατασκοπείας».

Η επακόλουθη κρίση των ομήρων έριξε μια μακρά σκιά στις σχέσεις του Ιράν με τις Ηνωμένες Πολιτείες -η οποία εξακολουθεί να είναι ορατή ως σήμερα. Ίσως όμως να παρατηρείται λιγότερο στην Ουάσινγκτον, η διαρκής επιρροή του γεγονότος και του συμβολισμού του στην άποψη της ιρανικής κυβέρνησης για την κατασκοπεία και την αντικατασκοπεία.

Από την εποχή της κατάληψης της πρεσβείας, η Ισλαμική Δημοκρατία θα περάσει δεκαετίες ψάχνοντας για κατασκόπους και μυστικούς πράκτορες όπου υπήρχε ένα ισχυρό αποτύπωμα της Δύσης. Η νοοτροπία, η οποία ενισχύθηκε από την επαναστατική ιδεολογία, ήταν αυτή που τελικά κατευθύνει τις υποψίες του μηχανισμού ασφαλείας προς τα άτομα και τους θεσμούς που συνδέονται με τα εκλεγμένα συστατικά του μετεπαναστατικού κράτους -το «δημοκρατικό» τμήμα της Ισλαμικής Δημοκρατίας, το οποίο αντλούσε την εξουσία του από μηχανισμούς που φαινόταν άβολα παρόμοιοι με εκείνους που επικράτησαν στα Δυτικά δημοκρατικά κράτη.

13112019-1.jpg

Μέλη του Ναυτικού της Επαναστατικής Φρουράς του Ιράν παρελαύνουν στην Τεχεράνη, τον Σεπτέμβριο του 2011. Reuters
----------------------------------------------------------------------

Ίσως για πρώτη φορά μετά την επανάσταση του 1979, αυτή η νοοτροπία έχει αρχίσει να αλλάζει, τόσο μέσα στους κύκλους [της κοινότητας των] πληροφοριών όσο και στο κοινό. Η εκστρατεία «μέγιστης πίεσης» της διοίκησης του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, έχει ωθήσει το πολιτικό σύστημα του Ιράν στην ομοιογενοποίηση και συναίνεση σε θέματα ασφάλειας και επιβίωσης. Και οι διαβόητες αποτυχίες των [υπηρεσιών] πληροφοριών -συμπεριλαμβανομένης εκείνης που επέτρεψε στο Ισραήλ να αποσπάσει [1] περισσότερο από μισό τόνο «ατομικών αρχείων» του Ιράν από μια αποθήκη στην Τεχεράνη πέρυσι- σε συνδυασμό με την συρρίκνωση των κρατικών πόρων ως συνέπεια των κυρώσεων, έχει ενεργοποιήσει μια σπάνια ενδοσκόπηση στο ιρανικό σύστημα πληροφοριών και ασφάλειας.

Αντιμέτωποι με τις αυξανόμενες στρατιωτικές απειλές στο εξωτερικό και τις τρομακτικές προοπτικές για αναταραχές εγχωρίως, οι Ιρανοί ηγέτες φαίνεται να έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν μπορούν πλέον να παραβλέψουν την πιθανή παρουσία «ποντικών» και κατασκόπων -όχι στα εκλεγμένα γραφεία της χώρας, όπως η προεδρία και το κοινοβούλιο, στα οποία οι μεταρρυθμιστές πολιτικοί είχαν παραδοσιακά καλύτερη πρόσβαση, αλλά στα πιο επαναστατικά και αντιδυτικά θεσμικά όργανα του κράτους.

Ο ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΣ ΕΧΘΡΟΣ

Ο Mahmoud Alavi, υπουργός Πληροφοριών του Ιράν, χτύπησε τον συναγερμό ζωντανά στην τηλεόραση [2] στις 24 Αυγούστου. Ποτέ πριν στην ζωή της Ισλαμικής Δημοκρατίας, τόνισε ο Alavi, «οι εχθροί δεν ήταν τόσο κοντά στους ανθρώπους του συστήματος (insiders)» όπως σήμερα. Υπαινίχθηκε για τα σκληροπυρηνικά κέντρα δύναμης όπως το Σώμα της Ισλαμικής Επαναστατικής Φρουράς (IRGC), το οποίο διαχειρίζεται τον δικό του παράλληλο [3] οργανισμό πληροφοριών. Οι κορυφαίες Αρχές της χώρας «εξεπλάγησαν», δήλωσε ο Alavi, όταν έλαβαν τις εκθέσεις του Υπουργείου του σχετικά με το «πού [εντός της κυβέρνησης] ανακαλύψαμε κατασκόπους».

Ο Alavi συνέχισε για να ανακοινώσει την δημιουργία μιας «διεύθυνσης διείσδυσης» στο Υπουργείο Πληροφοριών, της οποίας κύριο καθήκον, όπως υποδήλωσε, θα ήταν να παρακολουθεί στενά τα «σταθερά» (ή μη εκλεγμένα) -σε αντίθεση με τα «μεταβαλλόμενα» (ή εκλεγμένα)- τμήματα του κράτους. Αυτοί ήταν οι κλάδοι στους οποίους ο Alavi πίστευε ότι, υποστηριζόμενα από ξένες υπηρεσίες πληροφοριών, εχθρικά στοιχεία είχαν φυτευτεί για μια συγκλονιστικά μεγάλη διάρκεια -20 χρόνια, όπως ανέφερε- σε μια βραδύκαυστη στρατηγική διείσδυσης.

Το ξερίζωμα των κατασκόπων, σύμφωνα με τον Αλαβί, θα ήταν πρωτίστως θέμα όχι της εύρεσης εκείνων που φαινόταν ανοιχτά ότι συμπαθούν τα ξένα κράτη αλλά της εξέτασης εκείνων που τους αντιτίθενται: «Οι πράκτορες συνήθως υιοθετούν τα πιο καυτά [επαναστατικά] συνθήματα και κατηγορούν τους άλλους [για αδικοπραξίες] πολύ γρήγορα πριν οι ίδιοι υποστούν την παραμικρή υποψία και αμφιβολία», εξήγησε ο υπουργός Πληροφοριών του Ιράν [2].

Λίγο καιρό πριν δώσει την συνέντευξη ο Alavi, το IRGC, το οποίο επιβλέπει απευθείας ο ανώτατος ηγέτης Ayatollah Ali Khamenei, αναδόμησε [4] μερικούς υψηλόβαθμους διοικητές. Οι αλλαγές είχαν ως στόχο την ενίσχυση της επιθετικής στάσης του Ιράν στην περιοχή και την αντιμετώπιση των προηγούμενων ολισθημάτων ασφαλείας. Οι ιρανικές μυστικές υπηρεσίες δεν κατάφεραν να προβλέψουν ή να αποτρέψουν αρκετές σημαντικές απώλειες: Του «πατέρα των πυραύλων» της χώρας, του στρατηγού Hassan Tehrani Moghaddam, σε έκρηξη [5] το 2011 κοντά στην Τεχεράνη˙ πολλών Ιρανών πυρηνικών επιστημόνων που δολοφονήθηκαν μεταξύ του 2010 και του 2012˙ και, πιο πρόσφατα, ενός θησαυρού από άκρως απόρρητα πυρηνικά έγγραφα, τα οποία απέκτησε το Ισραήλ με μια ιστορική ληστεία. Τέτοιες αποτυχίες υπονοούσαν ότι δεν ήταν όλα κλειδωμένα όπως θα έπρεπε να είναι μέσα στα πιο μυστικά όργανα του κράτους.