Η κρίση COVID-19 στις αναδυόμενες αγορές απαιτεί μια εξαιρετική απάντηση | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η κρίση COVID-19 στις αναδυόμενες αγορές απαιτεί μια εξαιρετική απάντηση

Θα περάσει το ΔΝΤ το στρες-τεστ της πανδημίας;
Περίληψη: 

Το ΔΝΤ αντιμετωπίζει δύο ευρείες κατηγορίες ρίσκου. Το πρώτο προέρχεται από το να δανείσει πάρα πολύ σε πάρα πολλές χώρες με όρους που είναι πολύ εύκολοι. Το δεύτερο πηγάζει από το να δανείσει πάρα πολύ λίγα σε πάρα πολύ λίγες χώρες, και να έχει τους σημαντικούς οικονομικούς πόρους του ταμείου αχρησιμοποίητους σε μια εποχή παγκόσμιας ανάγκης.

Ο BRAD W. SETSER είναι ανώτερος υπότροφος Steven A. Tananbaum για τα Διεθνή Οικονομικά στο Council on Foreign Relations.

Ο νέος κορωνοϊός έφερε τις αναδυόμενες αγορές σε κρίση. Καθώς οι επενδυτές έσπευδαν στην ασφάλεια, οι μεγάλες αναδυόμενες οικονομίες έχασαν πάνω από 100 δισεκατομμύρια δολάρια από τα συναλλαγματικά αποθέματά τους μόνο τον μήνα Μάρτιο. Οι εμπορικές ροές συρρικνώθηκαν. Οι νέες εισροές κεφαλαίων στέγνωσαν. Από πολλές απόψεις, η πανδημία ήταν σκληρότερη για τις αναδυόμενες οικονομίες από όσο η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008.

Αλλά δεν έχουν υποφέρει όλες οι αναδυόμενες αγορές το ίδιο ή από τις ίδιες διαταραχές. Ορισμένες οικονομίες εξακολουθούν να περιλαμβάνονται στους καταλόγους των αναδυόμενων αγορών, παρόλο που ως επί το πλείστον έχουν ήδη αναδυθεί: για παράδειγμα, η Νότια Κορέα και η Ταϊβάν. Αυτές, μαζί με άλλες αναδυόμενες οικονομίες, όπως η Ταϊλάνδη, που έχουν ισχυρούς ισολογισμούς, αντιμετωπίζουν αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «Προβλήματα του Πρώτου Κόσμου»: ανησυχίες για το πώς να διατηρήσουν την απασχόληση ενώ διαχειρίζονται την απειλή για την δημόσια υγεία από την COVID-19, την ασθένεια που προκαλείται από τον νέο κορωνοϊό.

28052020-1.jpg

Ο BRAD W. SETSER είναι ανώτερος υπότροφος Steven A. Tananbaum για τα Διεθνή Οικονομικά στο Council on Foreign Relations.
----------------------------------------------------------------

Μια άλλη ομάδα αναδυόμενων αγορών δεν διατρέχει άμεσο κίνδυνο χρεοκοπίας, αλλά αντιμετωπίζει σημαντικές χρηματοοικονομικές πιέσεις που θα υπονομεύσουν την ανάπτυξη και, επομένως, την παγκόσμια οικονομία. Αυτή η ομάδα περιλαμβάνει χώρες όπως η Βραζιλία και η Ινδονησία, που έχουν δει ταχείες εκροές κεφαλαίων και απόσυρση ξένων χρηματοδοτήσεων. Περιλαμβάνει επίσης χώρες που τώρα αντιμετωπίζουν μεγάλες πτώσεις στις εξαγωγές εμπορευμάτων και, συνεπώς, πίεση στους τρεχούμενους λογαριασμούς τους από την πτώση του εμπορίου. Ακόμα κι αν αυτές οι χώρες δεν χρειάζονται επειγόντως τυπικές διασώσεις από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) για να αποφύγουν την αθέτηση υποχρεώσεων, οι πραγματικοί και αντιληπτοί περιορισμοί στην ικανότητά τους να δανειστούν μπορεί να τις εμποδίσουν να ξοδέψουν ό, τι θα πρέπει για να καταπολεμήσουν την πανδημία.

Μια τρίτη κατηγορία αναδυόμενων οικονομιών, όπως η Αργεντινή, ο Λίβανος, και, κατά πάσα πιθανότητα, η Τουρκία, αντιμετώπισαν προβλήματα ακόμη και πριν από την πανδημία και είναι πιθανό να εξέλθουν από αυτήν σε ακόμα χειρότερη κατάσταση. Το ΔΝΤ διαθέτει τα εργαλεία για την διαχείριση αυτής της πιο προβληματικής κατηγορίας˙ οι κυβερνήσεις σε αυτές τις χώρες είναι πιθανό να είναι αρκετά απελπισμένες για να επιδιώξουν τελικά τα παραδοσιακά προγράμματα του ΔΝΤ που επιβάλλουν βαθιές διαρθρωτικές και δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις. Αλλά οι χώρες που βρίσκονται σε μια κάπως λιγότερο επισφαλή θέση -εξασθενημένες από τον κορωνοϊό, αλλά όχι ακόμη στα πρόθυρα της οικονομικής και χρηματοπιστωτικής κατάρρευσης- αντιμετωπίζουν ένα αβέβαιο μέλλον. Το ΔΝΤ δεν διαθέτει αποτελεσματικά μέσα για να βοηθήσει τις χώρες που είναι πολύ ισχυρές για να δεχτούν τις παραδοσιακές προϋποθέσεις, αλλά είναι πολύ αδύναμες για να αντέξουν εντελώς μόνες τους κατά την διάρκεια μιας πανδημίας. Ο νέος κορωνοϊός θέτει έτσι μια δοκιμασία πίεσης (stress test) τόσο για το ΔΝΤ όσο και για τις αναδυόμενες οικονομίες -και αυτό είναι έναν τεστ που το ΔΝΤ μπορεί να μην περάσει.

ΚΛΑΣΙΚΕΣ ΚΡΙΣΕΙΣ, ΚΛΑΣΙΚΕΣ ΔΙΟΡΘΩΣΕΙΣ

Οι χώρες που κατευθύνονταν προς την δυσκολία ή την χρεοκοπία πριν από την πανδημία βρίσκονται τώρα σε χειρότερη κατάσταση οικονομικά, αλλά είναι επίσης οι ευκολότερες περιπτώσεις για επίλυση. Ας πάρουμε για παράδειγμα τον Λίβανο, ο οποίος ανέλαβε τεράστια χρέη τα τελευταία χρόνια για την χρηματοδότηση των δημοσιονομικών και εμπορικών ελλειμμάτων του. Το περασμένο φθινόπωρο, η κυβέρνηση έλαβε μέτρα για να κλείσει το έλλειμμα του προϋπολογισμού, αλλά αυτά τα μέτρα πυροδότησαν πολιτικές διαμαρτυρίες που τελικά έριξαν την κυβέρνηση. Έκτοτε, η κεντρική τράπεζα του Λιβάνου έχει κάψει σχεδόν όλα τα χρησιμοποιήσιμα συναλλαγματικά αποθέματά της προσπαθώντας να ενισχύσει την αξία της λίρας του Λιβάνου. Ως αποτέλεσμα, δεν μπορεί να αποπληρώσει τα δολάρια που έχει δανειστεί από λιβανικές τράπεζες. Ο Λίβανος πρέπει να αναδιαρθρώσει το εγχώριο τραπεζικό του σύστημα καθώς και το εξωτερικό χρέος της κυβέρνησής του. Είναι πλέον έτοιμο να δεχτεί ένα κλασικό πρόγραμμα με προϋποθέσεις από το IMF.

Η Τουρκία βρισκόταν σε μια παρόμοια ανησυχητική πορεία πριν από την πανδημία. Η Τουρκία δεν είχε -και εξακολουθεί να μην έχει- επικίνδυνα υψηλά επίπεδα δημοσιονομικού χρέους, και δεν οδεύει σε χρεοκοπία από τα κρατικά ομόλογα. Αλλά δεν προκύπτουν όλα τα οικονομικά προβλήματα από τον κρατικό δανεισμό. Σε μια προσπάθεια να καλύψει το χαμηλό επίπεδο συναλλαγματικών αποθεμάτων της, η τουρκική κυβέρνηση χρησιμοποίησε ρυθμιστικά κίνητρα για να ενθαρρύνει τις τράπεζές της να δανείζονται συνάλλαγμα από το εξωτερικό και να το καταθέτουν στην κεντρική τράπεζα. Οι τουρκικές τράπεζες το έκαναν με ενθουσιασμό, αλλά αυτά τα δανεισμένα αποθέματα θα πρέπει τελικά να επιστραφούν. Ως αποτέλεσμα, δεν παρέχουν στην κεντρική τράπεζα το επίπεδο προστασίας που χρειάζεται για να φέρει τα επιτόκια κάτω από το ποσοστό πληθωρισμού, όπως ο πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν κάλεσε την κεντρική τράπεζα να κάνει.

Το περασμένο φθινόπωρο, οι τουρκικές κρατικές τράπεζες ξεκίνησαν ένα όργιο δανεισμού σχεδιασμένο να τραβήξει την χώρα από την ύφεση που ακολούθησε τη νομισματική κρίση του 2018. Ωστόσο, η αύξηση του δανεισμού έβαλε γρήγορα το εμπόριο της Τουρκίας πάλι σε έλλειμμα. Αντί να αφήσει την τουρκική λίρα να πέσει και να βρει μια νέα ισορροπία, η κυβέρνηση άρχισε να πωλεί τα υπόλοιπα συναλλαγματικά αποθέματά της για να στηρίξει το νόμισμα. Τώρα, με το πρόσθετο άγχος του κορωνοϊού, η Τουρκία σχεδόν σίγουρα κατευθύνεται σε μια κλασική κρίση ισοζυγίου πληρωμών.