Η σύγκρουση με μικρές δυνάμεις εκτροχιάζει την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η σύγκρουση με μικρές δυνάμεις εκτροχιάζει την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ

Η υπόθεση της στρατηγικής πειθαρχίας
Περίληψη: 

Οι Ηνωμένες Πολιτείες ούτε μπορούν ούτε πρέπει να αποφύγουν εντελώς την σύγκρουση με τα μικρά κράτη γενικώς. Οι απειλές που θέτουν τέτοια κράτη είναι συχνά γνήσιες και η αντιμετώπισή τους μπορεί να συμπληρώσει μια στρατηγική που εστιάζεται στον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων. Αλλά χρειάζεται προσοχή.

Ο MICHAEL SINGH είναι διευθύνων σύμβουλος και ανώτερος υπότροφος Lane-Swig στο Washington Institute for Near East Policy.

Κατά την τελευταία δεκαετία, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής των ΗΠΑ έχουν επιχειρηματολογήσει για μια νέα εστίαση στον ανταγωνισμό μεγάλων δυνάμεων. Οι πρωταρχικές απειλές που αντιμετωπίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπως προτείνουν, είναι ισχυρά κράτη με παγκόσμια εμβέλεια που επιδιώκουν να αντισταθμίσουν τόσο τα αμερικανικά συμφέροντα όσο και την διεθνή τάξη που τα προστατεύει.

Αλλά η αμερικανική εξωτερική πολιτική στην πραγματικότητα επικεντρώθηκε αλλού. Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν εγκλωβισμένες στην πάλη με μικρούς αντιπάλους, συμπεριλαμβανομένων στρατιωτικών συγκρούσεων -όπως εκείνες στο αφρικανικό Σαχέλ και στο Αφγανιστάν, το Ιράκ και την Συρία- και προσπάθειες καταναγκασμού που υπολείπονται του πολέμου, όπως αυτές που αφορούν το Ιράν, την Βόρεια Κορέα και την Βενεζουέλα. Η εμπλοκή σε μικρές συγκρούσεις έχει βασανίσει προέδρους με έντονα αποκλίνουσες εξωτερικές πολιτικές -όλοι τους ανέλαβαν το αξίωμα ορκιζόμενοι να αποφύγουν τέτοιες εμπλοκές.

13082020-1.jpg

Αμερικανοί στρατιώτες στην επαρχία Κανταχάρ, στο Αφγανιστάν, τον Ιούνιο του 2011. Baz Ratner / Reuters
------------------------------------------------------

Οι συγκρούσεις με μικρούς αντιπάλους δεν είναι απαραίτητα ασυμβίβαστες με την εστίαση στον ανταγωνισμό μεγάλων δυνάμεων. Σε τελική ανάλυση, τα μέτρα που λαμβάνουν οι Ηνωμένες Πολιτείες για να περιορίσουν ή να αποτρέψουν μικρές δυνάμεις, όπως με το να σταθμεύουν [στρατιωτικές] δυνάμεις στη Νότια Κορέα ή ναυτικές δυνάμεις στον Περσικό Κόλπο, μπορούν επίσης να διαμορφώσουν την συμπεριφορά ισχυρών αντιπάλων, όπως η Κίνα ή η Ρωσία. Ακόμα, οι συγκρούσεις με μικρότερους εχθρούς μπορούν να περιορίσουν πόρους και να καταναλώσουν προσοχή, και τέτοιες συγκρούσεις έχουν πολλαπλασιαστεί μέσα στον 21ο αιώνα, παρά τον ομολογημένο στόχο των Αμερικανών υπευθύνων χάραξης πολιτικής να απομακρύνουν την εστίαση από αυτές. Η Ουάσιγκτον πρέπει να ασκήσει πειθαρχία και να θέσει έναν υψηλό πήχη για να αποφύγει το επόμενο τέλμα.

ΚΑΤΑΝΑΓΚΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΔΙΕΞΟΔΟ

Οι Ηνωμένες Πολιτείες εμπλέκονται σε συγκρούσεις με μικρούς αντιπάλους εν μέρει επειδή ακόμη και οι μικροί αντίπαλοι μπορούν πραγματικά να απειλήσουν τα συμφέροντα των ΗΠΑ. Το Ιράν [1], για παράδειγμα, είναι αναμφισβήτητα ο πρώτιστος κρατικός χορηγός της τρομοκρατίας στον κόσμο. Από μόνο του και μέσω του δικτύου αντιπροσώπων του (proxy), το Ιράν περιορίζει την ελευθερία πλοήγησης από σημαντικούς διεθνείς διαύλους και απειλεί την ασφάλεια των συμμάχων των ΗΠΑ. Εάν το Ιράν αποκτήσει πυρηνικά όπλα, η απειλή που θέτει θα μεγεθυνθεί: η κατοχή πυρηνικών όπλων καθιστά οποιονδήποτε αντίπαλο μια μείζονα παρά μια μικρή απειλή, ανεξάρτητα από το οικονομικό ή συμβατικό στρατιωτικό του προφίλ. Ομοίως, ένα μικρό κράτος που συνδέεται με μια μεγαλύτερη, πιο απειλητική δύναμη -για παράδειγμα, το Αφγανιστάν, όταν φιλοξένησε διακρατικούς τρομοκράτες στις αρχές της δεκαετίας του 2000- γίνεται πιο σοβαρή απειλή.

Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής των ΗΠΑ συχνά ανταποκρίνονται σε τέτοιους κινδύνους με εξαναγκασμό ή με την επιβολή κόστους που υπολείπεται του άμεσου πολέμου. Επειδή οι Ηνωμένες Πολιτείες απολαμβάνουν ένα σημαντικό στρατιωτικό και οικονομικό πλεονέκτημα έναντι σχεδόν όλων των πιθανών εχθρών, η εμπειρία τους -από τους πολέμους ενάντια στο Ιράκ [2] το 1991 και το 2003 έως την τρέχουσα εκστρατεία «μέγιστης πίεσης» των οικονομικών κυρώσεων εναντίον του Ιράν- επιβεβαίωσε την υπόθεση ότι μπορούν να προκαλέσουν μεγάλες ζημιές σε έναν αντίπαλο με λίγο προφανές ρίσκο για τον εαυτό τους. Στον βαθμό που τέτοιες πολιτικές όντως απαιτούν κόστη, αυτά τείνουν να είναι τόσο διάχυτα, μακροπρόθεσμα, κρυμμένα, ή αλλιώς άυλα, ώστε να συντελούν σχετικά λίγο στις πολιτικές αποφάσεις. Επιπλέον, η διαδικασία λήψης αποφάσεων για την εθνική ασφάλεια τείνει να μην βλέπει τους συμβιβασμούς μεταξύ διαφορετικών πολιτικών, διότι συχνά γίνονται μεμονωμένα μεταξύ τους.

Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής προτιμούν συχνά τον καταναγκασμό από την ωμή βία, επειδή μπορεί να εφαρμοστεί αποτελεσματικά με εκτελεστικές αποφάσεις και σπάνια προκαλεί σημαντική εποπτεία του Κογκρέσου. Επιπλέον, αξιοποιεί τα πλεονεκτήματα των Ηνωμένων Πολιτειών στην ισχύ και τον πλούτο και το μεγάλο και αυξανόμενο οπλοστάσιό τους με καταναγκαστικά εργαλεία, όπως οι οικονομικές κυρώσεις [3] και τα κυβερνο-όπλα.

Ωστόσο, η εμπειρία των ΗΠΑ δείχνει ότι οι μικροί αντίπαλοι δεν είναι, στην πραγματικότητα, εύκολο να εξαναγκαστούν. Οι μελετητές έχουν διαπιστώσει ότι τις περισσότερες φορές, οι προσπάθειες των ΗΠΑ αποτυγχάνουν να επιβάλουν συγκεκριμένες ενέργειες σε λιγότερο ισχυρά κράτη. Ακόμη και αυτές οι προσπάθειες που θεωρήθηκαν αρχικά επιτυχείς στην επίτευξη των στόχων τους συχνά δεν φαίνονται καρποφόρες εκ των υστέρων καθώς η συμμετοχή των ΗΠΑ τραβά σε μάκρος [4].

Ένας λόγος για αυτό το απογοητευτικό ιστορικό είναι ότι οι πολιτικοί των ΗΠΑ τείνουν να παρανοούν την λογική των ασυμμετριών ισχύος. Οπλισμένες με ένα τεράστιο πλεονέκτημα στην οικονομική και στρατιωτική ισχύ, οι Ηνωμένες Πολιτείες τείνουν να κάνουν υπερβολικά αιτήματα στους μικρούς αντιπάλους τους, ίσως με την υπόθεση ότι η Ουάσινγκτον θα πρέπει να είναι σε θέση να απαιτεί υψηλό τίμημα για να αποφύγει να διεξάγει έναν πόλεμο που θα μπορούσε εύκολα να κερδίσει. Επειδή οι συνέπειες της στρατιωτικής ή οικονομικής παρέμβασης των ΗΠΑ θα ήταν πιο ανησυχητικές από εκείνες της συμμόρφωσης προς τα αιτήματα των Ηνωμένων Πολιτειών, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής υποστηρίζουν ότι ένας ορθολογικός αντίπαλος πρέπει να αποδεχθεί τα αιτήματα, έστω και απρόθυμα.