Ο Μπάιντεν πρέπει να σταθεί απέναντι στην Κίνα για τα ανθρώπινα δικαιώματα | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ο Μπάιντεν πρέπει να σταθεί απέναντι στην Κίνα για τα ανθρώπινα δικαιώματα

Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκουν πολύ συχνά λόγους για να μην ενεργούν

Πενήντα ειδικοί του ΟΗΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα έχουν κάνει έκκληση για μια επείγουσα συζήτηση, μια ειδική σύνοδο, και έναν ειδικό εισηγητή για την διερεύνηση παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κίνα. Η κυβέρνηση Μπάιντεν πρέπει να υποστηρίξει αυτήν την έκκληση. Η Ουάσιγκτον θα πρέπει επίσης να βοηθήσει τα θύματα κινεζικών πολιτικών καταπίεσης, συμπεριλαμβανομένων των Ουιγούρων στην Σινγιάνγκ, να συγκεντρώσουν και να διατηρήσουν αποδεικτικά στοιχεία για τις παραβιάσεις που υπέστησαν προκειμένου να υποβάλουν καταγγελίες [3], όπως επιτρέπεται βάσει συνθηκών όπως η Διεθνής Σύμβαση για την Εξάλειψη Όλων των Μορφών Φυλετικών Διακρίσεων (International Convention on the Elimination of All Forms of Racial Discrimination). Κινέζοι αξιωματούχοι γνωρίζουν ότι η κυβέρνηση που υπηρετούν δεν θα τους θεωρήσει υπεύθυνους για καταχρήσεις, αλλά είναι ευαίσθητοι στην διεθνή κριτική -αρκετά για να ανταποκριθούν σε αυτήν με ιδιαίτερη ένταση. Για παράδειγμα, το Πεκίνο ενορχήστρωσε επισκέψεις «Ποτέμκιν» για εκατοντάδες διπλωμάτες, δημοσιογράφους, και θρησκευτικές προσωπικότητες για να καλύψει τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και να κατασκευάσει υποστήριξη για τις πολιτικές του έναντι των Ουιγούρων. Οι παραβιάσεις του εύρους και της κλίμακας αυτών [που συμβαίνουν] στην Σινγιάνγκ φέρνουν την προοπτική διεθνούς ελέγχου και νομικής ευθύνης που οι υπεύθυνοι Κινέζοι αξιωματούχοι θα πρέπει να φοβούνται.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες υπό τον Μπάιντεν θα πρέπει να ηγηθούν ενός συνασπισμού ομοϊδεατών δημοκρατιών εάν θέλουν να ανατρέψουν την κατά των δικαιωμάτων ατζέντα του Πεκίνου στα Ηνωμένα Έθνη. Αυτές οι χώρες πρέπει να προωθήσουν υποψηφίους για τις σημαντικές θέσεις του θεσμικού οργάνου, να συμμετέχουν σε όργανα που έχουν επιρροή, και να επιμένουν ότι οι ανεξάρτητες ομάδες της κοινωνίας των πολιτών -ειδικά εκείνες που επικρίνουν την κινεζική κυβέρνηση- είναι ευπρόσδεκτες στα Ηνωμένα Έθνη.

Όμως αυτός ο συντονισμός δεν πρέπει να περιορίζεται στα Ηνωμένα Έθνη. Πολλά από τα καλύτερα εργαλεία που έχουν στην διάθεσή τους οι δημοκρατικές κυβερνήσεις για την επιβολή επιπτώσεων στους παραβάτες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι πιο αποτελεσματικά εάν πολλές χώρες τα υιοθετήσουν ταυτόχρονα: για παράδειγμα, στοχευμένες κυρώσεις στους δράστες. Το περασμένο καλοκαίρι, το Πεκίνο επέβαλε δρακόντειο νόμο «εθνικής ασφάλειας» στο Χονγκ Κονγκ. Αρκετές κυβερνήσεις -συμπεριλαμβανομένων εκείνων των Ηνωμένων Πολιτειών, του Καναδά, της Αυστραλίας, του Ηνωμένου Βασιλείου και της Νέας Ζηλανδίας- ανέστειλαν τις συνθήκες έκδοσης με το Χονγκ Κονγκ ως απάντηση. Ο περαιτέρω συντονισμός αυτού του είδους θα μπορούσε να πείσει τους Κινέζους αξιωματούχους να αλλάξουν πορεία.

Η κυβέρνηση Μπάιντεν θα πρέπει να επιδιώξει να αποκαταστήσει τους δεσμούς της Ουάσινγκτον με ό,τι έχει απομείνει από την ανεξάρτητη κοινωνία των πολιτών σε ολόκληρη την Κίνα -συμπεριλαμβανομένων ακτιβιστών, ακαδημαϊκών, δικηγόρων, και θρησκευτικών ηγετών. Η κυβέρνηση του Σι έχει φιμώσει, φυλακίσει, ή οδηγήσει σε εξορία πολλούς ανθρώπους, όπως ο Cai Xia και ο Nathan Law, οι οποίοι έχουν προωθήσει μη συμβατικές απόψεις ή επέκριναν τις κυβερνώσες Αρχές. Αυτές οι προσωπικότητες έχουν θυσιάσει πολλά για να κάνουν το Πεκίνο να σεβαστεί τις δεσμεύσεις του για τα ανθρώπινα δικαιώματα -έναν στόχο που οι Ηνωμένες Πολιτείες λένε ότι συμμερίζονται.

ΜΙΑ ΕΓΧΩΡΙΑ ΥΠΟΘΕΣΗ

Η κυβέρνηση Μπάιντεν πρέπει να αντιμετωπίζει την εχθρότητα της κινεζικής κυβέρνησης στα ανθρώπινα δικαιώματα όχι μόνο ως προτεραιότητα της εξωτερικής πολιτικής αλλά και της εγχώριας. Κινέζοι υπήκοοι, συμπεριλαμβανομένων μελών μειονοτικών κοινοτήτων, οι οποίοι σπουδάζουν ή εργάζονται σε πανεπιστήμια στις Ηνωμένες Πολιτείες ανέφεραν ότι το Πεκίνο επιδιώκει να τους ελέγξει, μεταξύ άλλων παρακολουθώντας συζητήσεις στις τάξεις και απειλώντας τα μέλη της οικογένειάς του. Όταν όσοι υπέστησαν αυτά έφεραν τις ανησυχίες τους στις Αρχές επιβολής του νόμου των ΗΠΑ ή σε άλλες υπηρεσίες, βρήκαν ελάχιστη κατανόηση. Και καμία αμερικανική κυβέρνηση δεν έχει κάνει επαρκή δουλειά για να εμποδίσει τις αμερικανικές εταιρείες [4] που δραστηριοποιούνται στην Κίνα να διαπράξουν ή να επιτρέψουν παραβιάσεις δικαιωμάτων.

Η νέα διοίκηση θα πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο δημιουργίας θέσης υπερ-πρεσβευτή για να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ, όπου επί του παρόντος υπάρχει η περισσότερη ειδίκευση για την Κίνα, και των εγχώριων υπηρεσιών. Αυτός ο νέος αξιωματούχος θα μπορούσε να βοηθήσει την επιβολή του νόμου και τα εκπαιδευτικά ιδρύματα, για παράδειγμα, και να ανταποκριθεί στις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που προέρχονται από το Πεκίνο, ακόμη και διασφαλίζοντας ότι αυτές οι εγχώριες ανησυχίες αποτελούν μέρος της σύνοψης της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Ο αξιωματούχος θα μπορούσε επίσης να εργαστεί για την καταπολέμηση του ρατσισμού που έχει ενθαρρύνει η ρητορική του προέδρου Τραμπ εναντίον ανθρώπων κινέζικης καταγωγής, υπογραμμίζοντας ότι μια αμερικανική κυβέρνηση που θα σέβεται τα δικαιώματα θα προστατεύει –δεν θα δαιμονοποιεί- αυτήν την κοινότητα.

Οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων εντός της Κίνας έχουν παγκόσμιες συνέπειες: εάν τίποτα άλλο δεν το καθιστά σαφές, θα έπρεπε να το κάνει η κρίση COVID-19, καθώς επιδεινώθηκε [5] από την αρχική λογοκρισία της κινεζικής κυβέρνησης. Η κυβέρνηση Xi απειλεί τα ανθρώπινα δικαιώματα παγκοσμίως ακόμη περισσότερο από όσο πριν από τέσσερα χρόνια. Η διοίκηση Μπάιντεν έχει ένα τεράστιο καθήκον μπροστά της, αλλά πρέπει να ξεκινήσει κάνοντας τα ανθρώπινα δικαιώματα προτεραιότητα στην πολιτική της για την Κίνα, να αναβιώσει τις συμμαχίες της, και να ενισχύσει τους θεσμούς των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Με το να αναλάβουν την ηγεσία σε αυτό το σημαντικό ζήτημα, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να φέρουν κάποια ανακούφιση σε όσους σε όλο τον κόσμο αγωνίζονται τώρα να διασφαλίσουν τα δικαιώματά τους.

Σύνδεσμοι: