Η αποτυχία της ελληνικής αποτροπής έναντι της Τουρκίας | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η αποτυχία της ελληνικής αποτροπής έναντι της Τουρκίας

Είναι άλλο θέμα η αποφυγή του πολέμου και άλλο η αποτροπή του*

Η χρήση της στρατιωτικής ισχύος για την προώθηση των εθνικών συμφερόντων ενός δημοκρατικού κράτους, είναι πάντοτε πολιτική απόφαση. Οι ένοπλες δυνάμεις (ΕΔ) δεν είναι αυθύπαρκτες, αλλά εργαλείο στα χέρια της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας. Γι’ αυτό και αν δεν υπάρχει η πολιτική βούληση για την υλοποίηση της απειλής που περιλαμβάνει η αποτροπή, δεν υφίσταται αποτροπή.

Λόγω του ότι το διεθνές σύστημα είναι άναρχο, τα κράτη διατηρούν ΕΔ προκειμένου να αποτρέπουν απειλές κατά της εθνικής ασφαλείας τους και επίδοξους σφετεριστές των δικαιωμάτων τους. Η αποτροπή λοιπόν χρειάζεται για να υποχρεώνει κράτη που σχεδιάζουν τον σφετερισμό δικαιωμάτων άλλων κρατών, να σκεφτούν το κόστος που θα υποστούν σε περίπτωση που αναλάβουν την ενέργεια που έχουν κατά νουν. Δια της αποτροπής περιφρουρείται η ασφάλεια ενός κράτους, αφού αλλιώς, επιθετικά κράτη επιδιώκουν να επιτύχουν στόχους εξωτερικής πολιτικής με γρήγορες και φθηνές νίκες [11]. Για τον λόγο αυτό, ο αποτρέπων δεν πρέπει να δείχνει ότι δεν επιθυμεί να πολεμήσει εάν η αποτροπή αποτύχει. Η πιθανότητα από μια διεκδίκηση να εμπλακεί ένας επιτιθέμενος σε παρατεταμένη πολεμική σύγκρουση, συμβάλλει στην αποτροπή.

Όμως, όλα αυτά είναι στην θεωρία. Μια κυβέρνηση, έχει να εφαρμόσει την θεωρία στην πράξη, επιλέγοντας την κατάλληλη ευκαιρία, τον χρόνο, και τον χώρο.

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΑΠΟ ΤΟ 1974 ΚΑΙ ΜΕΤΑ

Η τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974, κατέδειξε ότι η Ελλάδα δεν μπορούσε να στηρίζεται στο ΝΑΤΟ για να προασπίσει τα εθνικά συμφέροντά της και συνεπώς θα έπρεπε να χαράξει αυτόνομη στρατηγική για την αντιμετώπιση της τουρκικής απειλής. Η νέα αυτή στρατηγική έδινε βάρος στην εσωτερική εξισορρόπηση με την οικονομική ανάπτυξη και την ενίσχυση των ενόπλων δυνάμεων [12] καθώς και στην σταδιακή ανάπτυξη αποτρεπτικών ικανοτήτων, χωρίς να εγκαταλείπεται και η εξωτερική εξισορρόπηση [13]. Μέρος αυτής της στρατηγικής, αποτελεί το στρατιωτικό δόγμα [14], το οποίο όλα αυτά τα χρόνια περιγράφεται από το ελληνικό πολιτικό σύστημα, ως αποτρεπτικό.

Από το πρώτο εξάμηνο του 1974 και μετά την ανακοίνωση της Ελλάδας για ανεύρεση πετρελαϊκού κοιτάσματος στην Θάσο, η Τουρκία άρχισε να θέτει μεταξύ των άλλων, θέματα με τα ελληνικά χωρικά ύδατα, την υφαλοκρηπίδα και άλλα [15]. Και ενώ ο αρχικός στόχος της Τουρκίας ήταν να εμποδίσει την Ελλάδα να διεξάγει έρευνες για πετρέλαιο και σε άλλες περιοχές του Αιγαίου, γρήγορα άρχισε να αμφισβητεί την κυριαρχία της Ελλάδος στον χώρο μεταξύ των 6 ναυτικά μίλια των ελληνικών χωρικών υδάτων (ΕΧΥ) και των 10 μιλίων του ελληνικού εναερίου χώρου (ΕΕΧ), άρχισε να αντιδρά στην πιθανότητα επεκτάσεως των ΕΧΥ στα 12 νμ, καθώς και στο δικαίωμα των νησιών να έχουν υφαλοκρηπίδα.

Από το 1975 και μετά, το ελληνικό σύστημα ασφαλείας, προσπαθεί να κατοχυρώσει τα ελληνικά δικαιώματα στο Αιγαίο και να αντιμετωπίσει την τουρκική απειλή, η οποία αναπτύσσεται σε τρία διαφορετικά αλλά αλληλένδετα επίπεδα [16]:

α. Απειλή δημιουργίας επεισοδίων χαμηλής εντάσεως.
β. Απειλή πολέμου σε περίπτωση επεκτάσεως των ΕΧΥ στα 12 νμ.
γ. Απειλή γενικευμένης επιθέσεως με πρωτοβουλία της Τουρκίας.

Έτσι στον Έβρο και στα νησιά του βορείου Αιγαίου αναπτύχθηκαν αμυντικά μονάδες του ελληνικού στρατού, δημιουργείται το Δ’ Σώμα Στρατού στην Θράκη, ενώ οργανώνονται και μονάδες Εθνοφυλακής για την αυτοάμυνα των νήσων της Δωδεκανήσου, υπαγόμενες στην Ανωτάτη Στρατιωτική Διοίκηση Εσωτερικού και Νήσων (ΑΣΔΕΝ).

Τον Νοέμβριο του 1981, η τότε ελληνική κυβέρνηση εξέφρασε την θέση «Η Ελλάδα δεν διεκδικεί τίποτα από την Τουρκία, αλλά και δεν διαπραγματεύεται τα κυριαρχικά της δικαιώματα» [17]. Η θέση αυτή χρησιμοποιήθηκε πολλές φορές από Έλληνες πολιτικούς έκτοτε και χρησιμοποιείται ακόμα και τώρα, που η τουρκική προκλητικότητα έχει ξεπεράσει κάθε όριο [18]. Με βάση την διακήρυξη αυτή, δεν έπρεπε να γίνεται αποδεκτή οποιαδήποτε παραβίαση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας, σε αέρα, θάλασσα και ξηρά [19]. Μάλιστα η Ελλάδα στις 6 Μαρτίου 1985, απεφάσισε στην αγορά 40 μαχητικών Mirage 2000 και 40 F-16, γεγονός που λίγα χρόνια μετά, της έδινε πολλές δυνατότητες αποτελεσματικής αποτροπής.

Τον Νοέμβριο του 1993, υιοθετήθηκε το δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου (ΕΑΧ) μεταξύ Ελλάδος και Κύπρου. Σύμφωνα μ’ αυτό, οποιαδήποτε τουρκική απειλή στον Έβρο, στο Αιγαίο, ή στην νεκρή ζώνη στην Κύπρο, θα ενεργοποιούσε το σύστημα ασφαλείας και των δυο χωρών [20]. Το δόγμα του ΕΑΧ ίσχυσε από το 1994 μέχρι και το 2001, οπότε και εγκαταλείφθηκε. Όλα αυτά τα χρόνια, διεξαγόταν ετησίως η διακλαδική άσκηση «Τοξότης», με συμμετοχή δυνάμεων Ελλάδας και Κύπρου.

Στις 10 Δεκεμβρίου 2010, ο τότε υπουργός Εθνικής Άμυνας Ευάγγελος Βενιζέλος, απευθυνόμενος στους σπουδαστές της Ανωτάτης Διακλαδικής Σχολής Πολέμου, αναφερόμενος στην Πολιτική Εθνικής Άμυνας, είπε ότι «το δόγμα μας είναι αμυντικό-αποτρεπτικό» [21].

Παρά τις διακηρύξεις, όμως, για την ισχύουσα αποτροπή, οι τουρκικές διεκδικήσεις χρόνο με τον χρόνο αυξάνονται σε ξηρά, αέρα και θάλασσα. Στην επομένη παράγραφο θα δούμε τις σπουδαιότερες εξ αυτών, από το 1974 και μετά.

ΑΠΟΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΕΙΣ

Τα προβλήματα με τις πτήσεις αεροσκαφών ξεκινούν στο τέλος Ιουλίου του 1974, όταν η Τουρκία άρχισε να αμφισβητεί την δικαιοδοσία του FIR Αθηνών, εκφράζοντας την άποψη ότι όλα τα αεροσκάφη που διέσχιζαν το μέσον του Αιγαίου έπρεπε να ενημερώνουν το Κέντρο Ελέγχου Εναερίου Κυκλοφορίας της Κων/πολεως και όχι αυτό της Αθήνας. Στο βόρειο Αιγαίο, το μέσον αντιστοιχεί στον 25ο μεσημβρινό ο οποίος έκτοτε θα μεταβληθεί σε μόνιμο όριο όλων των διεκδικήσεων που σχετίζονται με το Αιγαίο [22].