Ενάντια στον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ενάντια στον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων

Οι ΗΠΑ δεν πρέπει να συγχέουν τους σκοπούς με τα μέσα

Είναι επίσης λανθασμένο να πιστεύουμε, όπως πρότειναν ορισμένοι [13], ότι ο ανταγωνισμός μεγάλων δυνάμεων καθιστά άσχετους τους κανόνες, τα πρότυπα και άλλες πτυχές της διεθνούς τάξης (φιλελεύθερης ή άλλης). Ακόμη και κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Σοβιετική Ένωση επεξεργάστηκαν μια ποικιλία τυπικών και άτυπων κανόνων [14] που τους βοήθησαν να διαχειριστούν τον ανταγωνισμό, να περιορίσουν τον πολλαπλασιασμό των πυρηνικών όπλων, και άλλως να δομήσουν διεθνείς σχέσεις. Η παραβίαση αυτών των κανόνων σήμαινε πραγματικό κόστος φήμης, όπως μαρτυρεί ο αριθμός των κρυφών παρεμβάσεων κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Αμφότερες οι πλευρές της σύγκρουσης αντιμετώπισαν σκληρή αντίσταση όταν παραβίαζαν κανόνες κυριαρχίας ή εθνικής αυτοδιάθεσης.

Αυτοί οι κανόνες, τα πρότυπα και οι θεσμοί συμπληρώνουν συχνά την πολιτική ισχύος. Εξυπηρετούν [15] τόσο ως αντικείμενα όσο και ως εργαλεία του ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων. Στον 19ο αιώνα, για παράδειγμα, ο Γερμανός πολιτικός Otto von Bismarck προσέφυγε [16] σε κοινούς κανόνες σε μια επιτυχημένη προσπάθεια μείωσης της ευρωπαϊκής αντίστασης στην γερμανική ενοποίηση. Σήμερα, οι Ηνωμένες Πολιτείες αντλούν μεγάλο μέρος της σχετικής ισχύος τους από θεσμικές ρυθμίσεις [17] -κυρίως το απαράμιλλο δίκτυο συμμαχιών και συνεργασιών τους- που αντανακλούν συχνά [18] και αντλούν νομιμότητα από φιλελεύθερες αξίες.

Αυτές οι σχέσεις υπογραμμίζουν ένα κεντρικό πρόβλημα με την αντιμετώπιση του ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων ως την οργανωτική αρχή της εξωτερικής πολιτικής: παρέχει πολύ λίγα από πλευράς καθοδήγησης στους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής. Δεν υπάρχει ενιαία υψηλή στρατηγική [19] για εποχές ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων. Δεν υπάρχουν εργαλεία πολιτικής ικανότητας που ο ανταγωνισμός καθιστά σχετικά ή άσχετα. Ο ανταγωνισμός μεγάλων δυνάμεων δεν συνεπάγεται καν την υιοθέτηση μιας πιο ανταγωνιστικής προσέγγισης έναντι των αντιπάλων: όπως συνειδητοποίησαν το 1987 ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ρόναλντ Ρέιγκαν, και ο σοβιετικός ηγέτης, Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, η καλύτερη απάντηση στην εντατικοποίηση του ανταγωνισμού μπορεί να είναι η εξάλειψη των εντάσεων μέσω μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης και συνεργασίας.

Αυτή η απροσδιοριστία βοηθά στην εξήγηση της ευρείας γοητείας της έννοιας: μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει τον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων για να δικαιολογήσει σχεδόν τα πάντα. Την δεκαετία του 1990, οι Ηνωμένες Πολιτείες χρειάζονταν τεράστιους στρατιωτικούς προϋπολογισμούς για να αποτρέψουν την εμφάνιση νέων ανταγωνιστριών μεγάλων δυνάμεων. Τώρα τους χρειάζονται για να ανταγωνιστούν τις υπάρχουσες. Οι φιλελεύθεροι κάποτε έκαναν έκκληση για μεγάλες επενδύσεις σε υποδομές, στην εκπαίδευση και την έρευνα για να διατηρήσουν την αμερικανική υπεροχή. Τώρα κάνουν έκκληση για αυτές ώστε να διατηρήσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες ανταγωνιστικές σε έναν πολυπολικό κόσμο. Ο ανταγωνισμός μεγάλων δυνάμεων μπορεί να απαιτεί στρατηγική περιστολή ή υπεράκτια εξισορρόπηση ή βαθιά δέσμευση. Ίσως σημαίνει ότι η Ουάσιγκτον πρέπει να εγκαταλείψει τις φιλελεύθερες ψευδαισθήσεις της και να ακολουθήσει αχαλίνωτη και μονομερή realpolitik. Ή ίσως οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να δεσμευτούν στην πολυμέρεια και σε πιο ισότιμες σχέσεις με συμμάχους.

Ο ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΤΟΥ

Τελικά, ο ανταγωνισμός δεν είναι ένας στρατηγικός στόχος. Είναι ένα μέσο [20] για έναν σκοπό. Η απόφαση να ανταγωνιστείς με μια άλλη μεγάλη δύναμη πρέπει πάντα να είναι κάτι συγκεκριμένο. Θα πρέπει να επικεντρώνεται στην αποτελεσματικότητα του ανταγωνισμού (ως αντίθετου σε με μια πιο συνεργατική προσέγγιση), στην αξία του αντικειμένου που διακυβεύεται, και στον τρόπο με τον οποίο ο συγκεκριμένος στόχος συμβάλλει στους μακροπρόθεσμους στόχους.

Για παράδειγμα, πολλοί [21] υποστηρίζουν [22] ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ζωτικό συμφέρον να εμποδίσουν την κυριαρχία μιας μόνο δύναμης στην Ευρασία. Έχοντας αυτό υπόψη, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής των ΗΠΑ μπορούν να αποφασίσουν, για παράδειγμα, αν -και σε ποιο βαθμό- ο ανταγωνισμός με την Ρωσία για την επιρροή στην Ουκρανία εξυπηρετεί αυτόν τον στόχο και, στην συνέχεια, να προσαρμόσουν ανάλογα την πολιτική των ΗΠΑ. Αλλά εάν, όπως σημειώνει το αμερικανικό ομοσπονδιακά χρηματοδοτημένο ερευνητικό κέντρο MITRE, ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων συνεπάγεται [23] έναν συνεχή «παγκόσμιο αγώνα για στρατιωτική, οικονομική και ιδεολογική υπεροχή μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών, της Ρωσίας και της Κίνας», χωρίς ξεχωριστό στρατηγικό στόχο κατά νου, τα μέσα καταρρέουν σε σκοπούς.

Αυτό δεν είναι απλώς ένα θεωρητικό πρόβλημα. Ακόμα και χωρίς μια μαξιμαλιστική ερμηνεία του ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων που υπαγορεύει τον ανταγωνισμό από κάθε πλευρά, οι αμερικανικές διοικήσεις πιθανότατα θα αντιμετωπίσουν συνεχή πίεση να ανταποκριθούν συμμετρικά στα κινεζικά και ρωσικά στοιχήματα για επιρροή. Οι πολιτικοί εγχωρίως, καθώς και σε χώρες εταίρους, θα ισχυριστούν ότι η αποτυχία να γίνει έτσι, θέτει σε κίνδυνο την αξιοπιστία των ΗΠΑ. Εάν δεν ελεγχθούν, αυτές οι πιέσεις σημαίνουν αναπόφευκτα [24] περιττή κλιμάκωση, διλήμματα ασφαλείας, και εσφαλμένα κατανεμημένους πόρους. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, μια δύναμη σε σχετική παρακμή με εκτεταμένες παγκόσμιες δεσμεύσεις ασφαλείας, υπάρχει πραγματικός κίνδυνος στρατιωτικής και οικονομικής υπερέκτασης. Εξάλλου, κάθε δράση του Πεκίνου ή της Μόσχας δεν αποτελεί σημαντικό πλήγμα για τα εθνικά συμφέροντα των ΗΠΑ. Ούτε η Κίνα και η Ρωσία καθοδηγούνται [25] από [26] αυθεντίες στρατηγιστές.