«Η Ορθόδοξη Εκκλησία στην Πανδημία και η σχέση της με την Επιστήμη και την Ιατρική» | Foreign Affairs - Hellenic Edition

«Η Ορθόδοξη Εκκλησία στην Πανδημία και η σχέση της με την Επιστήμη και την Ιατρική»

Διαδικτυακή συζήτηση που οργάνωσε το Κέντρο Οικουμενικών, Ιεραποστολικών και Περιβαλλοντικών Μελετών (CEMES) με την υποστήριξη του Foreign Affairs The Hellenic Edition και του Ινστιτούτου Εξωτερικών Υποθέσεων (fainst.eu).
Περίληψη: 

-

Ο π. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΘΕΡΜΟΣ είναι Αναπληρωτής καθηγητής στην Ανωτάτη Εκκλησιαστική Ακαδημία Αθηνών, Δρ. της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ψυχίατρος παιδιών και εφήβων. Θεολογικής Σχολής του Παν/μιου Αθηνών. μετεκπαιδευθείς ως Visiting Scholar στα Πανεπιστήμια του Harvard, του Boston University, του Boston College, και του Andover Newton

Όπως ακούσαμε, η σχέση Θεολογίας και Ιατρικής είναι αρκετά εγκάρδια και πολύ παλιά, με έμπρακτα παραδείγματα από τα βιβλικά και πατερικά χρόνια. Δεν έχουμε βέβαια στατιστικές, αλλά θα τολμούσα να πω ότι μεταξύ όλων των επαγγελμάτων το Ιατρικό πιθανόν να συγκεντρώνει από τα πιο υψηλά ποσοστά ενεργά πιστών χριστιανών.

Στο σημείο αυτό, πρέπει να κάνω αναφορά στο πρόγραμμα του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, κάτι σημαντικό και καίριο. Διήρκεσε τρία χρόνια, είχε τον τίτλο “Επιστήμη και Ορθοδοξία ανά τον Κόσμο” και επεκτάθηκε σε πολλές χώρες παραδοσιακά Ορθόδοξες. Εκδόθηκε τόμος στα Αγγλικά από αυτήν την τριετία και τώρα έχει ξεκινήσει νέο τριετές πρόγραμμα το οποίο θα κινηθεί σε οκτώ κύκλους, δηλαδή οκτώ επιστημονικά πεδία, από τα οποία το καθένα θα παραγάγει επίσης καινούργιο υλικό. Ένα από αυτά τα πεδία θα είναι και η Ψυχιατρική και η Ψυχανάλυση, πάντοτε σε συνάρτηση με την Θεολογία.

Το θεωρητικό, βέβαια, ζήτημα των σχέσεων θεολογίας και ιατρικής δεν έχει δουλευτεί όσο θα άξιζε. Η συνάντηση αυτών των δύο μεγεθών σε προσωπικό επίπεδο φαίνεται άνετη και απλή, παρά την ευκολία με την οποία κάποιος γιατρός μπορεί να είναι πιστός, όπως την δείχνουν οι άνθρωποι οι οποίοι διακονούν και τους δύο χώρους. Το θεωρητικό θέμα του διαλόγου δεν έχει προχωρήσει ανάλογα. διότι στον πυρήνα του υπάρχει ένα υποσύνολο: εκείνο των γενικότερων σχέσεων θεολογίας και νεωτερικότητας. Εκεί γνωρίζουμε πως η συνάντηση θεολογίας και νεωτερικότητας υπήρξε αρκετά δύσκολη, τεταμένη, με πλούσια αποτελέσματα, αλλά και με εντάσεις και με «θύματα» και από τις δύο πλευρές. Μάλιστα, θα τολμούσα να πω ότι, ειδικά στον Ορθόδοξο χώρο ίσως τα «θύματα» να είναι περισσότερα για ιστορικούς λόγους.

Ας μού επιτραπεί η τόλμη να επεκτείνω την έννοια του φονταμενταλισμού, η οποία χρησιμοποιείται κατ’ εξοχήν για τις θρησκείες, και στον κοσμικό χώρο. Τους θρησκευτικούς φονταμενταλιστές τούς γνωρίζουμε, είναι η πλευρά εκείνη των πιστών, η οποία ουσιαστικά απορρίπτει προγραμματικά τη νεωτερικότητα και είναι καχύποπτη απέναντι στον ορθό λόγο. Όμως τους κοσμικούς φονταμενταλιστές δεν τούς αποκαλούμε έτσι συνήθως, μάς διαφεύγουν. Θα τούς περιέγραφα, λοιπόν, ως τους σκληροπυρηνικούς του Ορθού Λόγου, οι οποίοι κατά κάποιο τρόπο συρρικνώνουν την πολυπλοκότητα και το μυστήριο του ανθρώπου, μην αφήνοντας χώρο για την θεολογία, την πίστη και άλλες υπαρξιακές διαστάσεις.

Παραμένουν ακμαίοι οι δύο αυτοί ακραίοι χώροι. Υπήρξε μια κάμψη για αρκετά χρόνια, μια πιο ήπια κατάσταση, αλλά τώρα με αυτή την έκρηξη της πανδημίας αυξάνονται τα «θύματα» και δημιουργούνται πολώσεις, κάτι που το βλέπουμε και το ζούμε. Είναι θλιβερό, γιατί «θύματα», αντίστοιχα, από τη μία πλευρά είναι καλοπροαίρετοι πιστοί άνθρωποι και από την άλλη κάποια αξιόλογα μυαλά. Και είναι κρίμα να συμβαίνει αυτό.

Ποιος είναι ο πυρήνας, κατά την γνώμη μου, της συνάντησης θεολογίας και νεωτερικότητας; Συνηθίζω να λέω ότι το μέλλον των επιστημών βρίσκεται στα σύνορά τους στην εποχή μας, ίσως δεν συνέβαινε παλαιότερα αυτό. Σήμερα βρίσκεται εκεί που συνορεύουν με άλλους χώρους της γνώσης. Όμως, το ενδιαφέρον είναι ότι, όταν γίνεται μια τέτοια συνάντηση και λαμβάνουν χώρα ζυμώσεις στα σύνορα, το αποτέλεσμα δεν αλλάζει μόνο τα σύνορα, αλλάζει τον πυρήνα κάθε επιστημονικού χώρου και αυτό είναι κάτι αξιοπρόσεκτο. Δηλαδή, στον βαθμό που θα είναι εποικοδομητική η συνάντηση θεολογίας και νεωτερικότητας γύρω από την Ιατρική εν προκειμένω, δεν θα επηρεάσει αυτό μόνο τις παρυφές της θεολογίας και τις παρυφές της νεωτερικότητας, συγκεκριμένα της Ιατρικής, αλλά επηρεάζει τον ίδιο τον πυρήνα των δύο αυτών χώρων υπό την εξής έννοια: δοκιμάζει την ταυτότητά τους.

Το ζήτημα εν προκειμένω τίθεται ως εξής: ποια είναι τα όρια του ορθού λόγου, πώς ο ορθός λόγος μπορεί να μπει σε διάλογο εποικοδομητικό με άλλες διαστάσεις, οι οποίες όμως δεν θα είναι συρρικνωτικές και υποτιμητικές του ανθρωπίνου προσώπου; (Μιλώ για μεταμοντέρνες εκδοχές τύπου «Νέας Εποχής»). Και από την άλλη πλευρά: πώς μπορεί να συνυπάρχει η πίστη και η αποκάλυψη του Θεού με τον ορθό λόγο και την εφαρμογή του στην πράξη; Είναι εύκολο πάντοτε ένας από τους δύο, ένα από τα δύο μέρη, να είναι ο νικητής. Πώς όμως επιτυγχάνεται η συνύπαρξη; Δεν είναι θεωρητικά τα ερωτήματα: τα είδαμε να μεταφράζονται σε δραματικά διλήμματα κατά την εφαρμογή των μέτρων ενάντια στην πανδημία.

Έχουμε, βέβαια, περάσει στην κατάσταση της μετανεωτερικότητας, η οποία δεν είναι πάντοτε ιδεολογικά διατυπωμένη. Πολλές φορές ενεργεί σαν ένα ρεύμα που δεν χαρακτηρίζεται από ρητή διατύπωση, αλλά διαβρώνει τα πάντα. Εμείς, όμως, και μιλάω ως κληρικός και θεολόγος, για να αντιμετωπίσουμε αυτήν την κατάσταση πρέπει επειγόντως να λύσουμε τους λογαριασμούς μας με τη νεωτερικότητα. Αν δεν ξεκαθαριστεί η σχέση της θεολογίας με τη νεωτερικότητα δεν θα μπορούμε να έχουμε αξιόπιστο λόγο για την μεταμοντέρνα διαβρωτικότητα.

Η θεολογία έχει απάντηση στη συνάντηση θεολογίας-ορθού λόγου, διότι ο χαλκηδόνειος συνδυασμός του «ασυγχύτως και αδιαιρέτως», δηλαδή της θεϊκής και ανθρώπινης φύσης στον Χριστό, επιτρέπει τέτοιες συνυπάρξεις, χωρίς το ένα να απορροφάται από το άλλο. Αλλά αυτό είναι κάτι που για τη θεολογία πρέπει να δοκιμαστεί και υλοποιηθεί έμπρακτα, στον δε άλλο χώρο της κοσμικής γνώσης θα χρειαστεί να διατυπωθεί εξαρχής, γιατί εκεί δεν υπάρχει ούτε καν η διατύπωση ή δεν είναι επαρκής.

Συνεπώς, νομίζω πως η κρίση που ζούμε τώρα εξ αφορμής της πανδημίας είναι μία από διάφορες κρίσεις (υπάρχουν και σε άλλους χώρους του επιστητού τέτοιες), οι οποίες ανέδειξαν το ζήτημα της σχέσης και του διαλόγου θεολογίας και κοσμικής γνώσης (επιστήμης και νεωτερικότητας), αποτελεί δε μια ιστορικής τάξεως ευκαιρία να εμπλουτιστούν και οι δύο χώροι, και τα δύο μέρη του διαλόγου με τρόπο που θα αφήσει ένα μονιμότερο κέρδος, ώστε να μην εξυπηρετεί ο διάλογος αυτός μόνο κάποιες χρησιμοθηρικές λύσεις, που δεν είναι βέβαια καθόλου αμελητέες κι αυτές.