Η δύσκολη συνεννόηση στην Κύπρο | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η δύσκολη συνεννόηση στην Κύπρο

To «συναινετικό μοντέλο» και η «εθνο-ομοσπονδία» ως εργαλεία επίλυσης διαφορών

Αυτό επισυμβαίνει επειδή το εννοιολογικό περιεχόμενο του πολίτη προσδιορίζεται με εθνοτικούς όρους σε μια κοινωνία στην οποία θα έπρεπε να απο-θεσμοθετείται η εθνοτική διάσταση της πολιτικής ταυτότητας, και όχι το αντίθετο. Εδώ εδράζεται και η όλη παραδοξότητα την οποία επισημαίνει ένα μεγάλο κομμάτι της ακαδημαϊκής κοινότητας. Ομοίως, τα ανθρώπινα δικαιώματα –ατομικά, πολιτικά και κοινωνικοοικονομικά- δεν αποδίδονται στους πολίτες απευθείας από το σύνταγμα αλλά κατ’ ουσία στις εθνικές κοινότητες. Επομένως, η εθνική καταγωγή και η θρησκεία έχουν αντίκτυπο και επικαθορίζουν τα δικαιώματα που έχει ο κάθε πολίτης. Και επειδή η εθνική ταυτότητα είναι βαθιά πολιτικοποιημένη με αυξημένο το θεσμικό της βάθρο, οι πολιτικές ηγεσίες οχυρώνονται πίσω από έναν λόγο που θέτει στο επίκεντρο τα συμφέροντα της δικής τους εθνικής ομάδας-κοινότητας έναντι των υπολοίπων. Οι ενδοκοινοτικοί ανταγωνισμοί εντός εκάστης εθνικής ομάδας οδηγούν τις ηγεσίες να αρθρώνουν μια επιτασσόμενη εθνικιστική ρητορική για να διατηρούν το έρεισμά τους ανάμεσα στο εκλογικό σώμα, προβάλλοντας έτσι τις πλείστες φορές εντατικοποιημένες -αποσχιστικού χαρακτήρα- αξιώσεις.

Αναπόδραστα, τα πιο πάνω έχουν ως αποτέλεσμα οι εθνικές συγκρούσεις να αναπαράγονται και να διαιωνίζονται με ένταση. Τα κύρια χαρακτηριστικά του «συναινετικού μοντέλου» όπως είναι ο διαμοιρασμός της εξουσίας (power-sharing) που συνιστά κεντρικό άξονα του κράτους, εκτρέφουν τις ανταγωνιστικές διαθέσεις μεταξύ των ελίτ που εκπροσωπούν τις εθνικές ομάδες-κοινότητες, ελαχιστοποιώντας την αμοιβαία συνεννόηση μεταξύ των διαφορετικών τάσεων στη κοινωνία. Αδιαφιλονίκητα, ενδυναμώνουν τις εθνικές ομάδες στο να πιέζουν για περισσότερα αιτήματα αμιγώς εθνοτικού χαρακτήρα, ενώ η καλλιέργεια κοινής πολιτικής κουλτούρας και πολιτικής ταυτότητας καθίσταται δύσκολη έως και αδύνατη [4].

Τα προβλήματα που παρουσιάζονται αυτή την στιγμή στη Β. Ιρλανδία, με την παραίτηση του πρωθυπουργού και την συνεχιζόμενη αδυναμία σχηματισμού κυβέρνηση μεταξύ των διάφορων μερών, είναι ακόμα μια τρέχουσα ένδειξη των πιο πάνω [5]. Σε πρόσφατες έρευνες που διενεργήθηκαν, η πλειοψηφία των πολιτών στη Β. Ιρλανδία θεωρεί ότι το «συναινετικό μοντέλο» δεν πρόκειται να διαρκέσει με επιτυχία [6].

Το πολιτειακό μοντέλο γίνεται ακόμη πιο περίπλοκο και ανελαστικό όταν βασίζεται στον τύπο ομοσπονδίας που κατηγοριοποιείται ως «εθνο-ομοσπονδία», ο τύπος ομοσπονδίας δηλαδή που είναι υπό διαπραγμάτευση για εφαρμογή και στη περίπτωση της Κύπρου μέσω της ΔΔΟ.

Η «ΕΘΝΟ-ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ»

Η «εθνο-ομοσπονδία» (ethnofederalism) είναι ένα ομοσπονδιακό πολιτικό σύστημα όπου το κράτος είναι διαχωρισμένο σε δύο ή περισσότερες γεωγραφικά προσδιορισμένες περιοχές, οι οποίες διοικούνται η κάθε μια από ξεχωριστές ομοιογενείς εθνικές ομάδες-κοινότητες [7]. Με άλλα λόγια οι συμπαγείς αυτές εδαφικές περιφέρειες είναι διαμορφωμένες ως πολιτείες για κάθε ξεχωριστή εθνοτική πληθυσμιακή ομάδα που υπάρχει σε ένα κοινό κράτος. Η κάθε μια από αυτές τις ομάδες, πέρα από τον κατοχυρωμένο μόνιμο πολιτικό έλεγχο που ασκεί στην περιοχή της, στις πλείστες περιπτώσεις έχει και την πλειοψηφία σε πληθυσμό και ιδιοκτησία γης στη πολιτεία της.

Δοσμένου του γεγονότος ότι οι «εθνο-ομοσπονδίες» εντάσσονται στο «συναινετικό μοντέλο», πέρα των παθογενειών που ενέχουν ως μορφές συναινετικής δημοκρατίας, περιλαμβάνουν ακόμα ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που τις ανάγει σε ευάλωτα και εύθραυστα πολιτειακά σχήματα. Αυτό το χαρακτηριστικό έγκειται στο ότι εκτός της διανομής των εξουσιών βάσει της εθνότητας, οι πολίτες διαχωρίζονται σε γεωγραφικές ζώνες βάσει της εθνικής καταγωγής τους, της θρησκείας τους ή της γλώσσας τους. Παραδείγματα σημερινών κρατών των οποίων το πολιτειακό τους μοντέλο βασίζεται στο «εθνό-ομοσπονδιακό» είναι ο Καναδάς, η Ινδία,, το Βέλγιο κ.α. Υπήρχαν βέβαια και τα παραδείγματα των κρατών της Σοβιετικής Ένωσης, της Τσεχοσλοβακίας, της Γιουγκοσλαβίας, της Αιθιοπίας, της Μιανμάρ (Μπούρμα) κ.α. τα οποία είτε κατέρρευσαν είτε υπήρξε απόσχιση, όπου την θέση τους διαδέχθηκαν καινούρια κράτη με ενιαία εθνική πληθυσμιακή σύνθεση στην βάση των προηγούμενων γεωγραφικών διαιρέσεων. Σύμφωνα με ένα ευρύ φάσμα της ακαδημαϊκής κοινότητας, είναι ακριβώς αυτός ο τύπος ομοσπονδίας που προκάλεσε θνησιγενείς αδυναμίες, κωλύματα στην διαδικασία λήψης αποφάσεων και συνταγματικούς σκοπέλους, καθιστώντας τα κράτη αδύνατον να λειτουργήσουν [8].

Μελετώντας ενδελεχώς και ακτινογραφώντας εμπειρικά τα «εθνο-ομοσπονδιακά» κράτη παρατηρούμε ότι τα περισσότερα διαλύθηκαν είτε de jure είτε de facto όπως τα πιο πάνω [9], ενώ ένας μικρότερος αριθμός οδηγήθηκε σε μια πιο συγκεντρωτική μορφή κράτους για να αποφύγει την διάσπαση (π.χ. Νιγηρία, Ουγκάντα). Ένας άλλος μικρός αριθμός κρατών συνεχίζουν να λειτουργούν αντιμετωπίζοντας βέβαια δυσκολίες, άλλα περισσότερες (π.χ. Βέλγιο, Καναδάς) και άλλα λιγότερες (π.χ. Ινδία).