Όταν ο Donald Trump συναντήσει τον Kim Jong Un | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Όταν ο Donald Trump συναντήσει τον Kim Jong Un

Μια ρεαλιστική επιλογή για την διαπραγμάτευση με την Βόρεια Κορέα
Περίληψη: 

Η πιο φιλόδοξη ιδέα της Κίνας για ένα πυρηνικό «πάγωμα» θα μπορούσε να αποτελέσει ένα σημείο εκκίνησης. Ένα τέτοιο πάγωμα μπορεί να συμβάλει στην οικοδόμηση εμπιστοσύνης κατά τις διαπραγματεύσεις, ότι η Βόρεια Κορέα είναι όντως πρόθυμη να μελετήσει βαθύτερους περιορισμούς στο πυρηνικό οπλοστάσιο και τις υποδομές της για να σταθεροποιήσει την κατάσταση, αφήνοντας σε εκκρεμότητα μια πλήρη αποπυρηνικοποίηση.

Ο TOBY DALTON είναι συντονιστής του Προγράμματος Πυρηνικής Πολιτικής στο Carnegie Endowment for International Peace.
Ο ARIEL LEVITE είναι ανώτερος συνεργάτης στο Carnegie Endowment for International Peace και πρώην Κύριος Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής Πολιτικής στην Ισραηλινή Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας.

Από τότε που ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ανακοίνωσε νωρίτερα αυτόν τον μήνα ότι θα εξετάσει το ενδεχόμενο να διεξαχθεί εαρινή σύνοδος κορυφής με τον ηγέτη της Βόρειας Κορέας, Kim Jong Un, υπήρξε μια πλημμύρα συζητήσεων για το τι πρέπει να επιδιώξει ο πρόεδρος από την πιθανή συνάντηση. Στο ένα άκρο του φάσματος είναι η δημοφιλής ιδέα της αποπυρηνικοποίησης της Βόρειας Κορέας, κάτι που συνήθως σημαίνει πλήρη, επαληθεύσιμη και μη αναστρέψιμη διάλυση (complete, verifiable, and irreversible dismantlement ή CVID) των πυρηνικών ικανοτήτων της Βόρειας Κορέας. Παρόλο που διακήρυξε ονομαστικά την δέσμευσή του σε αυτόν τον στόχο, ο Κιμ φαίνεται να θέτει προϋποθέσεις με τόσο τεράστιες απαιτήσεις, που είναι εξαιρετικά απίθανο το καθεστώς του να το επιδιώξει πραγματικά σε οποιοδήποτε χρονικό πλαίσιο που να έχει νόημα, ανεξάρτητα από το πόσο σκληρά οι Ηνωμένες Πολιτείες επιβάλλουν κυρώσεις, απειλήσουν ή ενθαρρύνουν. Ο Kim πιστεύει ότι θα ήταν αυτοκτονικό να παραιτηθεί από το «υπαρξιακό» αποτρεπτικό του, οπότε η πλήρης αποπυρηνικοποίηση απλά δεν βρίσκεται στο τραπέζι σήμερα.

Ακόμη και αν ήταν διαπραγματεύσιμη στο εγγύς μέλλον, η CVID βασίζεται σε μια ξεπερασμένη κατανόηση της πυρηνικής επιχείρησης της Βόρειας Κορέας. Όταν η κυβέρνηση των ΗΠΑ ανέπτυξε την ιδέα της CVID στα μέσα της δεκαετίας του 2000, η Βόρειος Κορέα είχε διενεργήσει μόνο μια δοκιμή πυρηνικής έκρηξης και το πρόγραμμα των μεγάλης εμβέλειας βαλλιστικών πυραύλων της ήταν ακόμη σε νηπιακό στάδιο. Η τεχνική πρόοδος της Βόρειας Κορέας κατά την δεκαετία που μεσολάβησε -πέντε πρόσθετες πυρηνικές δοκιμές και δεκάδες εκτοξεύσεις πυραύλων- σημαίνει ότι χρειάζεται μια πιο εξελιγμένη και διεισδυτική προσέγγιση για την ανατροπή των επικίνδυνων δυνατοτήτων της.

27032018-1.jpg

Ο Βορειοκορεάτης ηγέτης, Kim Jong Un, στην Pyongyang, στην Βόρεια Κορέα, στις 10 Μαΐου 2016. DAMIR SAGOLJ / REUTERS
-------------------------------------------------------------------------

Από την άλλη άκρη του φάσματος, αυτό που η Βόρεια Κορέα ίσως θα δεχόταν μετά από μια σύνοδο κορυφής, είναι μια απλή προσωρινή αναστολή των πυρηνικών δοκιμών και των δοκιμαστικών εκτοξεύσεων πυραύλων, όπως πρότεινε η Ρωσία, για τα οποία ο Κιμ και πάλι θα απαιτούσε κάποιες ελαφρύνσεις των κυρώσεων ή άλλα κίνητρα. Αλλά η διοίκηση Trump θα απορρίψει αμέσως μια τέτοια μινιμαλιστική παραχώρηση. Εξάλλου, το ανεξέλεγκτο οπλοστάσιο της Πιονγκγιάνγκ είναι ήδη ανησυχητικό και μπορεί να συνεχίσει να αναπτύσσεται και να βελτιώνεται χωρίς δοκιμές πλήρους κλίμακας.

Επομένως, εάν η CVID δεν είναι υπό διαπραγμάτευση και η αναστολή δεν αποτελεί από μόνη της ικανοποιητικό σημείο αναφοράς, ποια θα ήταν μια προσέγγιση που θα επέτρεπε στην Ουάσιγκτον να επιδιώξει έναν πολύ φιλόδοξο αλλά εφικτό στρατηγικό στόχο, εάν η διάσκεψη κορυφής Trump-Kim παραγάγει δυναμική για σοβαρές διαπραγματεύσεις;

Η πιο φιλόδοξη ιδέα της Κίνας για ένα πυρηνικό «πάγωμα» θα μπορούσε να αποτελέσει ένα σημείο εκκίνησης. Ένα τέτοιο πάγωμα μπορεί να συμβάλει στην οικοδόμηση εμπιστοσύνης κατά τις διαπραγματεύσεις, ότι η Βόρεια Κορέα είναι όντως πρόθυμη να μελετήσει βαθύτερους περιορισμούς στο πυρηνικό οπλοστάσιο και τις υποδομές της για να σταθεροποιήσει την κατάσταση, αφήνοντας σε εκκρεμότητα μια πλήρη αποπυρηνικοποίηση.

Αλλά αυτό που πρέπει να θέσει η διοίκηση Trump ως στρατηγικό στόχο για τις διαπραγματεύσεις είναι ένα πλήρες και επαληθευμένο ανώτατο όριο στις απειλητικές στρατηγικές δυνατότητες και δραστηριότητες της Βόρειας Κορέας. Ένα ευρύ όριο θα μπορούσε να εξυπηρετήσει τα μεσοπρόθεσμα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών και των δύο συμμάχων τους, της Ιαπωνίας και της Νότιας Κορέας, ενώ ταυτόχρονα θα έβρισκε αποδοχή στην Κίνα και την Βόρεια Κορέα.

Η τοποθέτηση ενός ανώτατου ορίου σημαίνει την επιβολή σημαντικών, επαληθεύσιμων ποιοτικών και ποσοτικών ορίων για την περαιτέρω ανάπτυξη των πυρηνικών όπλων της Βόρειας Κορέας και των οχημάτων παράδοσής τους. Αυτό θα περιλάμβανε τη μείωση της παραγωγής των βασικών καυσίμων βομβών, του πλουτωνίου και του εμπλουτισμένου ουρανίου. Και θα κάλυπτε την ανάπτυξη και την κατασκευή πρόσθετων κρίσιμων δυνατοτήτων και δραστηριοτήτων, όπως τα οχήματα παράδοσης˙ τους βαλλιστικούς πυραύλους μεγάλης εμβέλειας και συναφή εξαρτήματα˙ και την έρευνα, ανάπτυξη και μηχάνευση όπλων.

Επιπλέον, για να ελαχιστοποιηθεί η ικανότητα της Βόρειας Κορέας να χρησιμοποιήσει πυρηνική ή συμβατική δύναμη επιθετικά, η στρατιωτικοποίηση των πυρηνικών δυνάμεων πρέπει να περιοριστεί πολύ στενά. Υπό μια συμφωνία ανώτατων ορίων, αυτό σημαίνει την παύση των δραστηριοτήτων για την αναβάθμιση, την ανάπτυξη, την αύξηση της ετοιμότητας και την βελτίωση της επιβιωσιμότητας των πυρηνικών δυνάμεων.

Το κόστος ενός τέτοιου περιορισμού είναι η σιωπηρή αναγνώριση της πραγματικότητας ότι η Πιονγκγιάνγκ θα διατηρεί πυρηνικά όπλα κατά την εφαρμογή της συμφωνίας. Αλλά αυτό το κόστος αξίζει να πληρωθεί, προκειμένου να εμποδιστεί η Βόρεια Κορέα από περαιτέρω στρατιωτικοποίηση σε ένα πλήρως ανεπτυγμένο, έτοιμο για μάχη οπλοστάσιο που μπορεί να στοχεύσει τις Ηνωμένες Πολιτείες, ειδικά λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτή η ικανότητα επίκειται.