Γιατί οι δημοκρατίες στρέφονται κατά της Belt and Road | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Γιατί οι δημοκρατίες στρέφονται κατά της Belt and Road

Διαφθορά, χρέος και αντίδραση
Περίληψη: 

Από την αρχή της κινεζικής Πρωτοβουλίας Ζώνη και Οδός, το Πεκίνο προτίμησε να θεωρεί την κριτική ως τίποτα περισσότερο από την άρνηση της Δύσης να αποδεχθεί την άνοδο της Κίνας. Σήμερα, όμως, οι ανησυχίες προέρχονται όχι από την Δύση αλλά από την Αφρική και την Ασία, όπου οι κυβερνήσεις είναι απελπισμένες να ξεπεράσουν τα αυξανόμενα προβλήματα χρέους και την οργή του λαού τους.

Ο CHRISTOPHER BALDING είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Fulbright του Βιετνάμ και συνεργάτης του Bloomberg View.

Η κινεζική Πρωτοβουλία Ζώνη και Οδός (Belt and Road Initiative, BRI), ένα τεράστιο διεθνές επενδυτικό πρόγραμμα διαλαλημένο από τον Κινέζο πρόεδρο Xi Jinping [1], υποτίθεται ότι θα καθιέρωνε την κινεζική ήπια ισχύ. Από τα τέλη του 2013, το Πεκίνο έχει εγχύσει κινεζικά χρήματα αξίας περίπου 700 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε περισσότερες από εξήντα χώρες (σύμφωνα με έρευνα της RWR Advisory), μεγάλο μέρος των οποίων είναι υπό μορφή έργων υποδομής μεγάλης κλίμακας και δανείων προς κυβερνήσεις που διαφορετικά θα αγωνίζονταν για να πληρώσουν γι’ αυτά. Η ιδέα ήταν να προσελκύσουν αυτές τις χώρες πιο κοντά στο Πεκίνο, ενώ ταυτόχρονα να ενισχύουν την κινεζική ήπια ισχύ στο εξωτερικό.

25102018-1.jpg

Ο Xi Jinping στο «Φόρουμ Belt and Road», στο Πεκίνο, τον Μάιο του 2017. DAMIR SAGOLJ / REUTERS
----------------------------------------------------------------------

Σήμερα, ωστόσο, η Κίνα αντιμετωπίζει μια αντίδραση σχετικά με την ΒΡΙ [2] στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Πολλοί Κινέζοι διαμαρτύρονται για τις αθρόες δαπάνες της πρωτοβουλίας. Σε διεθνές επίπεδο, μερικές από τις αντιδράσεις είναι γεωπολιτικές, καθώς οι χώρες ανησυχούν για την αυξανόμενη επιρροή του Πεκίνου. Αλλά ένα μεγάλο μέρος είναι απλώς πολιτικό. Σε αντίθεση με τους Δυτικούς δανειστές, η Κίνα δεν απαιτεί από τους εταίρους της να ανταποκριθούν σε αυστηρές προϋποθέσεις που σχετίζονται με την διαφθορά, τα ανθρώπινα δικαιώματα ή την οικονομική βιωσιμότητα. Αυτή η χωρίς προϋποθέσεις επενδυτική προσέγγιση έχει τροφοδοτήσει την διαφθορά, επιτρέποντας στις κυβερνήσεις να επιβαρύνουν τις χώρες τους με μη πληρωτέα χρέη. Και οι πολίτες πολλών χωρών της BRI αντιδρούν με οργή προς την Κίνα -ένας θυμός που τώρα γίνεται αισθητός σε εκλογές. Μακράν του να επεκτείνει την κινεζική ήπια ισχύ, η BRI φαίνεται να επιτυγχάνει το αντίθετο.

Η ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΣΤΗΝ BRI

Οι εκλογές στη Μαλαισία τον Μάιο του 2018 αποκρυστάλλωσαν τις ανησυχίες για την κινεζική ισχύ που συσσωρεύονται στις χώρες-πελάτες της BRI. Ο Mahathir Mohamad κατάφερε να νικήσει τον πρωθυπουργό Najib Razak, κάνοντας μια [προεκλογική] εκστρατεία ανοικτά [3] εναντίον της κινεζικής επιρροής. Επέκρινε τον Razak για το ότι ενέκρινε δαπανηρά έργα υποδομής BRI που απαιτούν σημαντικό δανεισμό από την Κίνα, τα οποία ο Razak χρησιμοποίησε για να δημιουργήσει μια ψευδαίσθηση ανάπτυξης, ενώ αυτός και οι συνεργάτες του λεηλατούσαν τα κρατικά ταμεία. Από την ανάληψη των καθηκόντων του τον Μάιο, ο Mohamad ακύρωσε δύο από τα μεγαλύτερα κινεζικά έργα στη Μαλαισία –μια σιδηροδρομική γραμμή αξίας 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων και έναν αγωγό φυσικού αερίου αξίας 2,3 δισεκατομμυρίων δολαρίων- επικαλούμενος την αδυναμία της χώρας του να πληρώσει.

Η αντίδραση δεν περιορίστηκε στη Μαλαισία. Το Πακιστάν έχει λάβει περίπου 62 δισ. δολάρια με κινεζικές εντολές δανειοδότησης για την χρηματοδότηση έργων, συμπεριλαμβανομένων υποδομών σιδηροδρομικών και οδικών αξόνων, και ενός λιμένα στο Gwadar [4], και έχει επανειλημμένα διασωθεί από κινεζικές τράπεζες σε διάφορες περιπτώσεις. Η αυξανόμενη ανικανότητα του Πακιστάν να εξυπηρετήσει το διεθνές του χρέος, η οποία έχει διογκωθεί χάρη στον κινεζικό δανεισμό, έχει προκαλέσει κάποιο αίσθημα κατά της BRI στην χώρα -αν και αυτό απεφεύχθη να γίνει ένα σημαντικό θέμα [προεκλογικής] εκστρατείας κατά τις πακιστανικές εκλογές τον Ιούλιο. Η νέα κυβέρνηση του λαϊκιστή πρωθυπουργού Imran Khan δεν ακολούθησε τη Μαλαισία στην διακοπή των οικονομικών δεσμών με την Κίνα, αλλά αξιολογεί όλες τις επιλογές για την εξόφληση του χρέους της, συμπεριλαμβανομένης της ενδεχόμενης αναστολής ή καθυστέρησης της αποπληρωμής. Χάρη στο χρέος του για την BRI, το Πακιστάν προτίθεται να αρχίσει διαπραγματεύσεις με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) για μια διάσωση, παρά την αρχική αντίθεσή του.

Οι Μαλδίβες, επίσης, εφάρμοσαν πρόσφατα σοβαρότερο έλεγχο στα έργα της BRI. Τον Σεπτέμβριο, οι ψηφοφόροι απέπεμψαν τον πρόεδρο της χώρας, Abdulla Yameen, υπέρ του δημοκρατικού μεταρρυθμιστή Ibrahim Solih. Η εκλογή του Solih επέφερε την επανεξέταση του βαρέος δανεισμού του Yameen από την Κίνα [5], για τον οποίο πολλοί ανησυχούσαν ότι είχε υποκινήσει την επίσημη διαφθορά και θα άφηνε την χώρα ουσιαστικά υπό τον έλεγχο του Πεκίνου. Ο Solih έχει υποσχεθεί να επανεξετάσει ορισμένα από τα έργα της BRI στις Μαλδίβες, και παρότι είναι απίθανο να αποσυρθεί από τις μεγάλες κινεζικές συμφωνίες συνολικού ύψους 1,3 δισεκατομμυρίων δολαρίων -συμπεριλαμβανομένης μιας γέφυρας μήκους ενός χιλιομέτρου προς το αεροδρόμιο της πρωτεύουσας, Male- επαναπροσδιορίζει ξεκάθαρα τους δεσμούς της χώρας με το Πεκίνο.

Ακόμη και όταν οι κυβερνήσεις δεν απομακρύνονται από την εξουσία, έχουν γίνει πιο επιφυλακτικές σχετικά με τον δανεισμό της BRI. Τον Αύγουστο, η Κένυα άρχισε να πατάσσει [6] την διαφθορά που σχετίζεται με τον κινεζικό σιδηρόδρομο που συνδέει το Ναϊρόμπι με τη Μομπάσα, συλλαμβάνοντας τοπικούς αξιωματούχους οι οποίοι είχαν χρησιμοποιήσει το έργο για να γεμίσουν τις τσέπες τους. Άλλες χώρες, όπως η Ουγκάντα και η Ζάμπια [7], αρχίζουν να ανησυχούν επίσης. Τον Ιούνιο, ο Ζαμπιανός μελετητής σε think tank, Trevor Simumba, προειδοποίησε [8] ότι ο δανεισμός της Ζάμπια από την Κίνα έγινε γρήγορα μη βιώσιμος και εξέφρασε την ανησυχία του για την «σοβαρή έλλειψη διαφάνειας σε πολλούς βασικούς όρους» στα δάνεια. Αυτές οι χώρες αρχίζουν να ανησυχούν όχι μόνο για το κόστος των έργων της BRI, όπως η πρόσφατη επέκταση των αυτοκινητοδρόμων στην Ουγκάντα [9] –για τα οποία οι κυβερνήσεις δανείζονται κινεζικά χρήματα για να πληρώνουν κινεζικές εταιρείες για την κατασκευή υποδομών σε τιμές υψηλότερες της αγοράς- αλλά για την βιωσιμότητα του βάρους των χρεών της χώρας τους και την υποτιθέμενη ευεργετικότητα των κινεζικών επενδύσεων.

ΤΙ ΠΗΓΕ ΣΤΡΑΒΑ;