Ισραήλ και Λίβανος διαπραγματεύονται τα θαλάσσια σύνορά τους | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ισραήλ και Λίβανος διαπραγματεύονται τα θαλάσσια σύνορά τους

Η απρόσμενη διαλλακτικότητα της Χεζμπολάχ, η επιτυχημένη διαμεσολάβηση των ΗΠΑ και μια αξιοποιήσιμη ευκαιρία για την Λευκωσία
Περίληψη: 

Ισραήλ και Λίβανος αρχίζουν διαπραγματεύσεις για τον καθορισμό των θαλασσίων συνόρων τους, προκειμένου να προωθήσουν τα ενεργειακά τους συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο. Ανεξαρτήτως του αποτελέσματος των συνομιλιών, και επ’ ευκαιρία της επιτυχούς αμερικανικής διαμεσολάβησης, σημειώνονται διπλωματικές ζυμώσεις, τις οποίες Λευκωσία και Αθήνα είναι σκόπιμο να μην αγνοήσουν.

Ο ΓΑΒΡΙΗΛ ΧΑΡΙΤΟΣ είναι δικηγόρος, Δρ. Διεθνών Σχέσεων, ερευνητής του Ινστιτούτου Μπεν-Γκουριόν (Azrieli Center for Israel Studies) του Πανεπιστημίου Μπεν-Γκουριόν στο Ισραήλ και Senior Fellow στο Κυπριακό Κέντρο Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας. Κυκλοφορεί σε δεύτερη συμπληρωμένη έκδοση το βιβλίο του «Κύπρος, το Γειτονικό Νησί – Το Κυπριακό μέσα από τα Κρατικά Αρχεία του Ισραήλ, 1946-1960» (εκδόσεις Παπαζήση, 2020) και η μονογραφία του «Ο εκδημοκρατισμός των αραβικών κρατών ως προτεραιότητα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή – Η περίπτωση της Ιορδανίας και της Τυνησίας» (εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2008).

Στις 14 Οκτωβρίου 2020, για πρώτη φορά ύστερα από 30 χρόνια, Ισραήλ και Λίβανος θα καθίσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων σε μια προσπάθεια να επιλυθεί η μεταξύ τους η συνοριακή διαφορά που εκκρεμεί τα τελευταία δέκα χρόνια. Μήλον της έριδος μια θαλάσσια ζώνη επιφάνειας 800 τετραγωνικών χιλιομέτρων στα ανοικτά των ακτών του Νοτίου Λιβάνου, η οποία, κατά την ισραηλινή χαρτογράφηση ανήκει στην ισραηλινή ΑΟΖ, ενώ κατά την αντίστοιχη λιβανική χαρτογράφηση, ανήκει στην λιβανική ΑΟΖ.

14102020-1.jpg

Ισραηλινό στρατιωτικό παρατηρητήριο με θέα στη Μεσόγειο Θάλασσα και σε ένα τμήμα των θαλάσσιων συνόρων με τον Λίβανο, κοντά στη Rosh Hanikra, στο βόρειο Ισραήλ, στις 13 Οκτωβρίου 2020. REUTERS/Ammar Awad
----------------------------------------------------------------

Η ύπαρξη της συνοριακής αυτής διαφοράς αποτέλεσε την βασική αιτία (και αφορμή) ο Λίβανος να μην έχει ακόμα αποφασίσει να ενταχθεί στους γενικότερους ενεργειακούς σχεδιασμούς της Δύσης στην ανατολική Μεσόγειο. Η αποστασιοποίηση του Λιβάνου από τον, Δυτικής εμπνεύσεως, ενεργειακό χάρτη αποδίδεται κατά κύριο λόγο στην αμηχανία του να ξεπεράσει εγγενείς θεσμικές και ιδεολογικές αγκυλώσεις, κινδυνεύοντας, όμως, να παραμείνει ένας απλός παρατηρητής των εξελίξεων, με την οικονομία του παραπαίει.

ΑΥΤΟΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΗ ΑΚΙΝΗΣΙΑ

Η αμήχανη ακινησία του Λιβάνου δεν είναι καινούργιο φαινόμενο. Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ η γειτονική Κύπρος είχε περαιώσει τις διαδικασίες αδειοδότησης στα ενεργειακά της οικόπεδα και το Ισραήλ είχε ήδη αρχίσει να εξάγει το φυσικό αέριό του στην Ιορδανία, στην Παλαιστινιακή Αρχή και στην Αίγυπτο, ο Λίβανος δεν είχε καν προκηρύξει διαγωνισμούς αδειοδότησης. Αιτία γι' αυτό αποτέλεσε η κυβερνητική αστάθεια, αλλά και η απροθυμία συγκεκριμένων πολιτικών παραγόντων της χώρας να ακολουθήσει ο Λίβανος την «Δυτικότροπη» ενεργειακή πολιτική των γειτονικών χωρών. Όπως τότε, έτσι και τώρα, ο Λίβανος συνεχίζει να δεσμεύεται από τον περιφερειακό ρόλο που του προσέδωσε εδώ και δεκαετίες το Ιράν, διαμέσου της στρατιωτικής και πολιτικής ισχύος της Χεζμπολάχ. Παράλληλα, η ιρανική επιρροή στα κέντρα αποφάσεων της Βηρυτού την τελευταία δεκαετία εξυπηρετεί και την Τουρκία, η οποία και εκείνη –αλλά για λόγους τελείως διαφορετικούς– δεν συμβαδίζει με την ενεργειακή πολιτική που ακολουθούν οι υπόλοιπες χώρες της ανατολικής Μεσογείου. Ως αποτέλεσμα των ανωτέρω επιρροών, την τελευταία δεκαετία ο Λίβανος έχει υποπέσει σε μια φαινομενική ακινησία, επιδεικνύοντας χαρακτηριστική απροθυμία να καταδείξει εμπράκτως σε ποιο «ενεργειακό στρατόπεδο» της ανατολικής Μεσογείου προτίθεται να ενταχθεί, ενόσω η οικονομία του αργά και σταθερά καταρρέει, και από τα μέσα του 2019 μέχρι σήμερα να βρίσκεται στην κυριολεξία ένα βήμα από την χρεοκοπία. Είναι χαρακτηριστικό ότι την περασμένη εβδομάδα, ανώτατοι αξιωματούχοι του λιβανικού Υπουργείου Οικονομικών, δήλωσαν στο πρακτορείο Ρώυτερς ότι τα ρευστά διαθέσιμα του κράτους ανέρχονται στα 1,8 δισ. δολάρια, που αρκούν να καλύψουν την αγορά ειδών πρώτης ανάγκης για το επόμενο εξάμηνο. Την ίδια στιγμή, οι αλλεπάλληλες προσπάθειες της Γαλλίας δεν καταφέρνουν να απαλλάξουν τον Λίβανο από τις -φαινομενικά τουλάχιστον- αυτοκαταστροφικές τάσεις του, ενώ την ίδια στιγμή η φιλοϊρανική Χεζμπολάχ κατακρίνει το Παρίσι ότι προσπαθεί να αναβιώσει παλιές αποικιοκρατικές πρακτικές. Από την άλλη όμως, ούτε το Ιράν, ούτε βέβαια και η Τουρκία δεν είναι σε θέση να συντηρήσουν μια χώρα σαν τον Λίβανο.

Η ΙΣΧΥΡΗ ΧΕΖΜΠΟΛΑΧ

Η πραγματικότητα της τελευταίας διετίας καταδεικνύει ξεκάθαρα ότι ο Λίβανος διοικείται από την Χεζμπολάχ. Η Χεζμπολάχ αναδείχθηκε βασικός ρυθμιστής των πολιτικών ισορροπιών, ελέγχοντας απόλυτα την πρόσφατη κυβέρνηση –προτού αυτή διαλυθεί εν μέσω διαδηλώσεων και οικονομικής κατάρρευσης. Σε στρατιωτικό επίπεδο, η Χεζμπολάχ έχει ουσιαστικά υποκαταστήσει σε ισχύ και αποτελεσματικότητα τις κρατικές λιβανικές ένοπλες δυνάμεις με αποτέλεσμα να καθορίζει την θέση της χώρας στην περιοχή, εμπλέκοντάς την τόσο στον συριακό εμφύλιο όσο και στις κατά καιρούς ένοπλες αναμετρήσεις της οργάνωσης με το Ισραήλ.

Από την άλλη, κατά τους τελευταίους 12 μήνες, το κύριο μήνυμα που έδιναν οι παλλαϊκές διαδηλώσεις στους δρόμους των πόλεων της χώρας, ήταν ότι το υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα του μέσου Λιβανέζου πολίτη είναι το καθεστώς διαφθοράς που χαρακτηρίζει τον δημόσιο βίο. Το θετικό στοιχείο που αναδείχθηκε από τις διαδηλώσεις του δεύτερου εξαμήνου του 2019 ήταν ότι άρχισε σταδιακά να αναδεικνύεται η βούληση της εξαθλιωμένης οικονομικά μεσαίας τάξης να υποβαθμίσει επιτέλους τις αναχρονιστικές εθνοτικοθρησκευτικές διαχωριστικές γραμμές και να προωθήσει ένα νέο «ενωτικό» λιβανικό εθνικό αφήγημα –με κοινό εχθρό την κρατική διαφθορά και τα προνόμια των πολιτικών αρχηγών, ανεξαρτήτως κοινοτικής προέλευσης. Αυτό όμως που ήταν ακόμα εντυπωσιακότερο ήταν ότι αυτή η «λιβανική-ενωτική» αντιεξουσιαστική τάση που είχε παρατηρηθεί στις μαζικές διαδηλώσεις, τελικά δεν απέδωσε καρπούς, μιας και όλες ανεξαιρέτως οι εθνοτικές πολιτικές ηγεσίες –συμπεριλαμβανομένης και της σιιτικής Χεζμπολάχ– κάθε άλλο παρά ενεθάρρυναν τέτοιες «επικίνδυνες» παν-λιβανικές, ενωτικές θεωρήσεις. Μέχρι στιγμής τουλάχιστον, το ιδεολογικό αποτύπωμα των μαζικών διαμαρτυριών αποδεικνύεται μηδαμινό.