Ο Μπάιντεν δεν χρειάζεται μια νέα πολιτική για τη Μέση Ανατολή | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ο Μπάιντεν δεν χρειάζεται μια νέα πολιτική για τη Μέση Ανατολή

Η διοίκηση του Trump αντιλήφθηκε ορθώς την περιοχή

Σε αντάλλαγμα για αυτό το επιπλέον βάρος, η κυβέρνηση Τραμπ αγνόησε σε μεγάλο βαθμό την εγχώρια συμπεριφορά σημαντικών εταίρων, συμπεριλαμβανομένης της Αιγύπτου, της Τουρκίας, ακόμη και της Σαουδικής Αραβίας, παρά την δολοφονία του δημοσιογράφου Τζαμάλ Κασόγκι. Η κυβέρνηση κατέστησε επίσης σαφές ότι θα υποστήριζε ανοιχτά το Ισραήλ όσον αφορά τα παλαιστινιακά ζητήματα, ανατρέποντας τις μακροχρόνιες αμερικανικές και διεθνείς πολιτικές σχετικά με τις μεταφορές όπλων, τα υψίπεδα του Γκολάν, την Ιερουσαλήμ, και την Δυτική Σαχάρα. Αυτές οι πολιτικές παρήγαγαν τις ιστορικές «Συμφωνίες του Αβραάμ» μεταξύ του Ισραήλ και αρκετών αραβικών κρατών -ένα σήμα ότι η περιοχή κινείται πέρα από την ισραηλινο-παλαιστινιακή σύγκρουση.

Η ΙΡΑΝΙΚΗ ΠΡΟΚΛΗΣΗ

Το έργο της ανάσχεσης του Ιράν έθεσε σε δοκιμασία το νέο παράδειγμα της κυβέρνησης Τραμπ. Ο Τραμπ πίστευε ότι η πυρηνική συμφωνία του 2015 με το Ιράν την οποία διαπραγματεύθηκε η κυβέρνηση Ομπάμα, ήταν μια κακή συμφωνία˙ η διάρκειά της ήταν περιορισμένη και οι περιφερειακοί σύμμαχοι παραπονούνταν ότι απέτυχε να αντιμετωπίσει την αποσταθεροποιητική συμπεριφορά του Ιράν. Τελικά, αφότου επεδίωκαν αυστηρότερους όρους από το Ιράν επί 18 μήνες, οι Ηνωμένες Πολιτείες εγκατέλειψαν την συμφωνία. Αν και η Τεχεράνη αντέδρασε αυξάνοντας γρήγορα την δραστηριότητα εμπλουτισμού της, δεν άφησε εντελώς την συμφωνία.

Παρά την ρητορική για το αντίθετο, η επακόλουθη πολιτική της κυβέρνησης δεν ήταν η αλλαγή καθεστώτος, αν και ορισμένοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής εξέτασαν αυτή την δυνατότητα. Αντ' αυτού, η εκστρατεία «μέγιστης πίεσης» του Trump σχεδιάστηκε για να υποχρεώσει το Ιράν να διαπραγματευτεί μια ευρύτερη συμφωνία που να περιλαμβάνει τις πυρηνικές δραστηριότητές του, το πυραυλικό πρόγραμμά του, και την περιφερειακή συμπεριφορά του. Η πολιτική των ΗΠΑ είχε πραγματικό αντίκτυπο τόσο στην ιρανική οικονομία όσο και στον περιφερειακό τυχοδιωκτικό χαρακτήρα του. Αν και η Τεχεράνη συνέχισε να βγάζει λαθραία πετρέλαιο και φυσικό αέριο έξω από την χώρα σε χαμηλές τιμές, οι κυρώσεις περιόρισαν την οικονομική βοήθεια που μπορούσε να παράσχει στους συμμάχους της στο Ιράκ, τον Λίβανο και την Συρία. Ούτε η Κίνα ούτε η Ρωσία ήταν πρόθυμες να διασώσουν το Ιράν, και οι Ευρωπαίοι μπορούσαν να κάνουν λίγα για αντίποινα, παρά την αντίθεσή τους.

Αν και οι αντίπαλοι της κυβέρνησης υποστήριξαν ότι το Ιράν δεν θα έκανε ποτέ εκτεταμένες παραχωρήσεις, οι αξιώσεις του Τραμπ διέφεραν λίγο από εκείνες της πρώιμης κυβέρνησης Ομπάμα. Και στις δύο περιπτώσεις, ήταν μινιμαλιστικές αρχικές διαπραγματευτικές θέσεις. Ο Τραμπ, όπως και ο Ομπάμα, ήθελε να διαπραγματευτεί μια συμφωνία, αλλά με μια θεμελιώδη διαφορά: η κεντρική προτεραιότητα του Τραμπ ήταν να αποτρέψει τον περιφερειακό τυχοδιωκτισμό του Ιράν και να περιορίσει όσο το δυνατόν περισσότερο τις πυρηνικές δυνατότητές του -ανεξάρτητα από τους διπλωματικούς περιορισμούς. Εάν μια συμφωνία ήταν δυνατή εντός αυτών των παραμέτρων, τότε ΟΚ. Σε αντίθεση με την κυβέρνηση Ομπάμα, η οποία έδωσε προτεραιότητα στην επίτευξη συμφωνίας, ο Τραμπ θεωρούσε το Ιράν ως ολιστική απειλή και υπέταξε σε αυτήν την πραγματικότητα όλες τις συγκεκριμένες πολιτικές, συμπεριλαμβανομένου του πυρηνικού φακέλου. Αύξησε έτσι την πίεση, είτε για να επιβάλει ευνοϊκούς όρους είτε, αν δεν το πετύχαινε, για να αποδυναμώσει σοβαρά το Ιράν. Η ετυμηγορία δεν έχει ακόμη εκδοθεί για το εάν η πολιτική λειτούργησε. Ο χρόνος και η λήψη αποφάσεων από την ίδια την κυβέρνηση Μπάιντεν θα αποφασίσουν εάν η «μέγιστη πίεση» ανοίγει την πόρτα για μελλοντική διευθέτηση ή απλώς ωθεί το Ιράν πιο κοντά στην πυρηνική πρόοδο και πιο μακριά από οποιονδήποτε συμβιβασμό μετά από διαπραγμάτευση.

ΣΥΡΙΑ ΚΑΙ ΙΡΑΚ

Ο Τραμπ συνέδεσε την εκστρατεία κυρώσεων με μια προσπάθεια να αντιμετωπίσει την περιφερειακή επέκταση του Ιράν -ειδικά στην Συρία και το Ιράκ. Στην πρώτη, η κυβέρνησή του κληρονόμησε μια μπερδεμένη πολιτική από τον Ομπάμα, την οποία ακόμη και οι σύμβουλοι του πρώην προέδρου επέκριναν αργότερα: ένα κομμάτι ανατροπή του Άσαντ μέσω ένοπλης αντιπολίτευσης, ένα κομμάτι επιδίωξη πολιτικής διευθέτησης με τη μεσολάβηση του ΟΗΕ, και ένα άλλο κομμάτι νίκη του ISIS.

Μέχρι τα τέλη του 2017, η κυβέρνηση Τραμπ είχε αναπτύξει την δική της πολιτική για την Συρία, βασισμένη και πάλι στις αρχές της αντιμετώπισης των περιφερειακών απειλών ενώ συνεργαζόταν με συμμάχους και εταίρους: να βγάλει το Ιράν εκτός, να νικήσει μόνιμα το ISIS, και να επιλύσει την εμφύλια σύγκρουση της χώρας. Παρόλο που ο αμερικανικός στρατός αντιστάθηκε στο να εκτραπεί πέρα από την αποστολή του κατά του ISIS, τελικά διέταξε τις δυνάμεις του στα βορειοανατολικά και τον νότο για να διευρύνει περαιτέρω την πολιτική της Συρίας με το να αρνείται έδαφος και πόρους στην κυβέρνηση του Άσαντ και τους συμμάχους της.

Μέχρι το 2020, οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν δημιουργήσει έναν ανθεκτικό συνασπισμό ακόμη και ενώ επιδίωκαν να μειώσουν την άμεση δέσμευσή τους. Η Τουρκία και τα στοιχεία της ένοπλης αντιπολίτευσης στην Συρία συνεργάστηκαν με τις Ηνωμένες Πολιτείες για να αρνηθούν στον Άσαντ μια αποφασιστική στρατιωτική νίκη και τα υποστηριζόμενα από τις ΗΠΑ ισραηλινά χτυπήματα σε ιρανικούς στόχους στην χώρα περιόρισαν περαιτέρω τις στρατιωτικές επιλογές του καθεστώτος. Εν τω μεταξύ, οι Ηνωμένες Πολιτείες ηγήθηκαν ενός μεγάλου διεθνούς διπλωματικού συνασπισμού που υποστήριζε τις πολιτικές προσπάθειες των Ηνωμένων Εθνών για επίλυση της σύγκρουσης, απομόνωσαν διπλωματικά την Δαμασκό, και συνέτριψαν την οικονομία της χώρας μέσω κυρώσεων. Ωστόσο, αρκετά παρόμοια με την ευρύτερη πολιτική έναντι του Ιράν μέσα στην οποία ταιριάζει η Συρία, το αποτέλεσμα είναι αδιέξοδο. Εν τη ελλείψει μιας λύσης [που θα προκύπτει] από διαπραγμάτευση, ο βρώμικος πόλεμος τριβής θα συνεχιστεί πιθανότατα, αλλά αυτό ήταν που λειτούργησε κατά των Σοβιετικών στο Αφγανιστάν. Παρά ταύτα, η επόμενη διοίκηση θα πρέπει να σταθμίσει αυτά τα πλεονεκτήματα έναντι άλλων κινδύνων, συμπεριλαμβανομένου του κόστους για τους πολίτες.