Προϋποθέσεις για ένα νέο αναπτυξιακό πρότυπο | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Προϋποθέσεις για ένα νέο αναπτυξιακό πρότυπο

Μεταρρυθμίσεις για ανταγωνιστικότητα και κοινωνική συνοχή

Η ιδιωτική οικονομία, παρά τη μεγάλη εσωτερική υποτίμηση δεν έχει μπορέσει να αυξήσει τις εξαγωγές. Αν και υπήρξε μεγάλη μείωση του Μοναδιαίου Κόστους Εργασίας, το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας της οικονομίας παραμένει. Είναι το δεύτερο από τα γνωστά ως δίδυμα ελλείμματα της οικονομίας και παραμένει σημαντικό, αν και έχει περιορισθεί αρκετά. Το εμπορικό ισοζύγιο παραμένει προβληματικό και υπάρχει αδυναμία αύξησης των εξαγωγών. Το ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών ως ποσοστό του ΑΕΠ παραμένει καθηλωμένο σε χαμηλά επίπεδα και η σχέση «εμπορεύσιμα» προς «μη εμπορεύσιμα προϊόντα» δεν έχει βελτιωθεί αρκετά.

Ο υποδιπλασιασμός των επενδύσεων στην περίοδο της κρίσης σημαίνει αφ’ ενός ότι καθυστερεί ο τεχνολογικός εκσυγχρονισμός της οικονομίας, αφ’ ετέρου ότι έχει μειωθεί η αποταμίευση. Η οικονομία χρειάζεται επενδύσεις που δεν μπορεί να χρηματοδοτήσει η εγχώρια αποταμίευση και επομένως είναι αδήριτη ανάγκη η προσέλκυση ξένων επενδύσεων. Η χώρα χρειάζεται ένα επενδυτικό σόκ. Η μετανάστευση λόγω της κρίσης τουλάχιστον μισού εκατομμυρίου Ελλήνων στερεί την οικονομία από πολύτιμο, τεχνολογικά προηγμένο, ανθρώπινο κεφάλαιο.

Το επιχειρηματικό περιβάλλον σύμφωνα με την ανάλυση του Doing Business της World Bank, μετά από μια σχετική βελτίωση το 2014, υποχώρησε και πάλι. Το κόστος ενέργειας είναι υψηλότερο σε σύγκριση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, και η ποιότητα των υπηρεσιών χαμηλή, γεγονός που έχει σαν αποτέλεσμα μεγάλο διοικητικό βάρος για τις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα.

Η αδυναμία του τραπεζικού τομέα δεν επιτρέπει ακόμη ουσιαστική πιστωτική επέκταση. Η διαιώνιση του προβλήματος των «κόκκινων δανείων» και ο έλεγχος της κίνησης κεφαλαίων (capital controls) δημιουργούν συνθήκες έλλειψης ρευστότητας στην οικονομία με αναπόφευκτες επιπτώσεις στην λειτουργία του ιδιωτικού τομέα, στις εξαγωγές και τελικά στο ρυθμό ανάπτυξης.

Το τρίτο πρόβλημα είναι το υψηλό ποσοστό φτώχειας. Είναι γεγονός ότι στην περίοδο της κρίσης έχει αυξηθεί σημαντικά. Δύο είναι οι προσδιοριστικοί παράγοντες του ποσοστού φτώχειας: Η πολύ χαμηλή αποτελεσματικότητα των κοινωνικών δαπανών και η μεγάλη και μακροχρόνια ανεργία. Η υψηλή ανεργία συνδέεται με την οικονομική κρίση, ενώ η αναποτελεσματικότητα είναι διαχρονική και έχει ως αιτία την απουσία αξιολόγησης και ελέγχου του έργου των κοινωνικών παρεμβάσεων.

Η μεγάλη ανεργία είναι κυρίως διαρθρωτική και συνδέεται με τα προβλήματα στην λειτουργία της αγοράς εργασίας και τις αδυναμίες στην ποιότητα του ανθρώπινου κεφαλαίου. Το ποσοστό απασχόλησης παραμένει χαμηλό σε σύγκριση με τις άλλες χώρες. Υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν δυσχέρειες στην εξεύρεση εργαζομένων με επιθυμητές δεξιότητες. Αυτό πιθανότατα συνδέεται και με τις γνωστές αδυναμίες της τεχνικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα.

Η υψηλή ανεργία στους νέους και στις μεγάλες ηλικίες υποδηλώνει ανεπάρκεια του εκπαιδευτικού συστήματος και του συστήματος κατάρτισης και δια βίου μάθησης. Από τα διαθέσιμα στοιχεία φαίνεται να υπάρχει ασυμβατότητα δεξιοτήτων στην προσφορά και ζήτηση εργασίας. Οι αδυναμίες στο εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας επισημαίνονται και από την αξιολόγηση του ΟΟΣΑ (PISA).

10092018-2.jpg

Διαδήλωση εναντίον των σχεδιαζόμενων μεταρρυθμίσεων στην παιδεία, στις 15 Σεπτεμβρίου 2011. Περισσότερα από 100 εκπαιδευτικά κτήρια κατελήφθησαν σε όλη την χώρα, τις πρώτες μέρες της νέας σχολικής χρονιάς. REUTERS/John Kolesidis
--------------------------------------------------------------------------------

Τέλος, κατά την άποψή μου, σε μια οικονομία με ένα εκατομμύριο ανέργους, ο κατώτατος μισθός δεν μπορεί να είναι πρόβλημα. Ο κατώτατος μισθός προστατεύει αυτούς που έχουν εργασία και όχι αυτούς που δεν έχουν. Και το ουσιαστικό πρόβλημα της χώρας σήμερα είναι να δώσει δουλειά στους ένα εκατομμύριο ανέργους και να προσελκύσει πίσω το μισό εκατομμύριο νέους που μετανάστευσαν στις άλλες χώρες για να βρουν δουλειά.

Η τέταρτη διάσταση του αναπτυξιακού προβλήματος της χώρας είναι η ανεπάρκεια του θεσμικού πλαισίου και της δημόσιας διοίκησης. Οι βαθύτερες αιτίες των δίδυμων ελλειμμάτων έχουν θεσμικά, πολιτικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά. Αυτές είναι οι χρόνιες αιτίες που αναπαράγουν παθογένειες. Οι παθογένειες αυτές δεν έχουν σχέση με την κρίση, αλλά απλά έκαναν την Ελλάδα πιο ευάλωτη σε αυτήν και τελικά την οδήγησαν στην αδυναμία αναχρηματοδότησης του χρέους και στα μνημόνια. Η ποιότητα της δημόσιας διοίκησης και των υπηρεσιών προς τους πολίτες και τις επιχειρήσεις είναι προβληματική. Υπάρχει η άποψη ότι η δημόσια διοίκηση λειτουργεί σήμερα χειρότερα σε σχέση με την προ κρίσης περίοδο.

Λόγω της υπερφορολόγησης και των αδυναμιών της διοίκησης παρατηρείται αύξηση της παραοικονομίας, υψηλή φοροδιαφυγή και εισφοροδιαφυγή, ενίσχυση της «μαύρης» εργασίας. Παρατηρείται, επίσης, ατιμωρησία, αύξηση της ανομίας και της παραβατικότητας με επιπτώσεις στο αίσθημα δημόσιας ασφάλειας για τον πολίτη. Ο απονομή δικαίου καθυστερεί με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την λειτουργία της οικονομίας. Λείπει η εμπέδωση εμπιστοσύνης και η προβλεψιμότητα της πολιτικής. Ο πολιτικός κόσμος, μπορεί να λεχθεί, χαρακτηρίζεται από άρνηση αποδοχής και κατανόησης της πραγματικότητας.

ΟΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΚΑΙ ΕΝΑ ΝΕΟ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΟ ΠΡΟΤΥΠΟ

Για να μπορέσει η χώρα να πετύχει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, να επανέλθει στην κανονικότητα και να μπορεί να αναχρηματοδοτεί το χρέος της ομαλά από τις αγορές, χρειάζεται ένα νέο αναπτυξιακό πρότυπο.