Αυτός δεν είναι ανταγωνισμός μεγάλων δυνάμεων | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Αυτός δεν είναι ανταγωνισμός μεγάλων δυνάμεων

Γιατί ο όρος δεν αντανακλά την σημερινή πραγματικότητα

Η σημερινή δομή του διεθνούς συστήματος δεν είναι θεμελιωδώς πολυπολική. Εμφανίζει όντως αυξανόμενα σημάδια πολυπολισμού, στους μειωμένους βαθμούς της αμερικανικής υπεροχής και δεδομένου ότι αρκετές περιφερειακές δυνάμεις έχουν γίνει πιο θεληματικές. Ωστόσο, διατηρεί επίσης πολλά στοιχεία της μετα-ψυχροπολεμικής περιόδου της μονοπολικότητας. Η Ουάσινγκτον παραμένει η κυρίαρχη δύναμη για πολλούς λόγους: Η γενική στρατιωτική της υπεροχή, ο ηγετικός της ρόλος σε τόσο πολλούς διεθνείς οργανισμούς, η τρομερή συνάθροιση των συμμάχων της, και το ότι διαθέτει το κυρίαρχο αποθεματικό νόμισμα του κόσμου, είναι οι κυριότεροι λόγοι μεταξύ τους. Ταυτόχρονα, το αναδυόμενο σύστημα έχει σημαντικά στοιχεία διπολικότητας: Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα είναι σαφώς πρώτοι μεταξύ ίσων, και η αντιπαλότητά τους είναι πιθανό να διαδραματίσει δυσανάλογα [μεγάλο] ρόλο στην διαμόρφωση της πορείας της παγκόσμιας πολιτικής. Ο σημερινός κόσμος αντανακλά έτσι ένα σύνθετο μείγμα μονοπολικών, διπολικών και πολυπολικών στοιχείων που δεν ταιριάζουν με την κλασική εικόνα μιας συγκρουόμενης ομάδας γενικώς ισοδύναμων μεγάλων δυνάμεων.

Επιπλέον, όταν τα κράτη ανταγωνίζονται σήμερα, το κάνουν μέσα από την μεσολάβηση θεσμών, κανόνων και προτύπων που διαφέρουν έντονα από τις συνθήκες κατά τις περισσότερες περιόδους πραγματικού ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων. Οι περισσότερες μεγάλες δυνάμεις σήμερα [6] είναι γερά εδραιωμένες βιομηχανικές δημοκρατίες που θέλουν σταθερότητα και ευημερία και δεν υποκρύπτουν ουσιαστικές εδαφικές φιλοδοξίες. Ένα πυκνό δίκτυο οργανώσεων, συμφωνιών, άτυπων διαδικασιών, και πολλοί άλλοι περιορισμοί ρυθμίζουν τις σχέσεις τους. Η μεταπολεμική τάξη [7], αν και δεν είναι τέλεια, έχει δημιουργήσει το πιο υψηλά θεσμοθετημένο και προσδεμένο σε κανόνες διεθνές σύστημα στην ιστορία. Κρισίμως, αυτή η τάξη δεν επιβάλλεται σε ένα απείθαρχο σύνολο ταραχοποιών -αντικατοπτρίζει βαθιά ενσωματωμένες οικονομικές προτιμήσεις για ειρήνη, σταθερότητα και ευημερία.

Οι προκύπτουσες σχέσεις μεταξύ των περισσότερων ηγετικών δυνάμεων φαίνονται ελάχιστα σαν το τυπικό μοτίβο κατά την διάρκεια των κλασικών εποχών του ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων. Η Ιαπωνία, για παράδειγμα, δεν φοβάται την Ινδία. (Πράγματι, συνεργάζονται για την αντιστάθμιση της κινεζικής ισχύος). Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν φοβάται την Βραζιλία, η οποία δεν φοβάται το Μεξικό. Πολλά από τα ισχυρότερα κράτη του κόσμου ανήκουν σε στρατιωτικές συμμαχίες και πολιτικές ενώσεις μεταξύ τους˙ ακόμη και εκείνα που δεν ανήκουν [στις συμμαχίες], συνεργάζονται εκτενώς σε τομείς όπως το εμπόριο, τις πληροφορίες περί την ασφάλεια, το κλίμα, και την παγκόσμια ανάπτυξη. Τα προβλήματα ασφάλειας της αναδυόμενης εποχής δεν προέρχονται από ένα σύνολο αμοιβαία ύποπτων μεγάλων δυνάμεων αλλά από μια χούφτα μερικώς ρεβιζιονιστικών κρατών, υπό την ηγεσία της Ρωσίας και της Κίνας, που δεν είναι ικανοποιημένα με την θέση τους [8] στο διεθνές σύστημα.

Επιπροσθέτως, ο τρόπος με τον οποίο αυτά τα κράτη εκφράζουν αυτή την δυσαρέσκεια διαφέρει σημαντικά από την κλασική υπεροχή των πολιτικο-στρατιωτικών μορφών ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων. Λόγω της πυρηνικής επανάστασης, οι νικηφόροι κατακτητικοί πόλεμοι απλά δεν είναι μια ρεαλιστική επιλογή. Κανένας σύγχρονος Ρώσος Ναπολέων δεν θα μπορούσε να φανταστεί την κατάληψη ολόκληρης της Ευρώπης, διότι αν το έκανε αυτό θα φλερτάριζε με τον πυρηνικό αφανισμό. Πέραν της επίδρασης των πυρηνικών όπλων, αρκετοί παράγοντες -συμπεριλαμβανομένου του ρόλου της δημοκρατίας, της ευημερίας, και της οικονομικής αλληλεξάρτησης- έχουν εισαχθεί σε μια εποχή που ο στρατιωτικός τυχοδιωκτισμός είναι εντυπωσιακά σπάνιος. Οι σημερινές εκδοχές της αντιπαλότητας και του ανταγωνισμού παίζουν σχεδόν πάντα στον οικονομικό, πολιτικό, πολιτιστικό και πληροφοριακό τομέα -όχι στο πεδίο της μάχης.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η στρατιωτική ισχύς δεν παίζει ρόλο στους τρέχοντες ανταγωνισμούς. Ασφαλώς παίζει, ως μέσο καταναγκασμού και ένα υπόβαθρο σε άλλες προσπάθειες. Αλλά αυτός είναι ένας πολύ διαφορετικός ρόλος από εκείνον που έπαιξε η στρατιωτική ισχύς, για παράδειγμα, για την Γαλλία, την δυναστεία των Αψβούργων, την Ιαπωνία ή την Πρωσία κατά τον 18ο και τον 19ο αιώνα. Όποιος αναζητά αποδεικτικά στοιχεία δεν πρέπει να κοιτάξει πέρα από τα επίπεδα αμυντικών δαπανών των περισσότερων μεγάλων δυνάμεων σήμερα, τα οποία έχουν παραμείνει πεισματικά χαμηλά.

Η στρατηγική του ηγετικού αντιπάλου των Ηνωμένων Πολιτειών -της Κίνας- είναι λοιπόν να προωθήσει τα συμφέροντά της κυρίως μέσω οικονομικών, γεωπολιτικών και πληροφοριακών μέσων. Η στρατιωτική ισχύς σίγουρα υποστηρίζει κάποιες από τις φιλοδοξίες της Κίνας, όπως στην Θάλασσα της Νότιας Κίνας και στην φιλοπόλεμη στάση της προς την Ταϊβάν. Ωστόσο, οι δραστηριότητες της Κίνας σήμερα ωχριούν σε σύγκριση με προηγούμενες μορφές στρατιωτικής επιθετικότητας μεγάλων δυνάμεων, κάτι που συχνά συνεπαγόταν υπαρξιακές απειλές για τις πατρίδες -ο στόλος της Γερμανίας απειλούσε την επιβίωση του Ηνωμένου Βασιλείου πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ναπολεοντική Γαλλία εισέβαλε τους γείτονές της, και τα παρόμοια. Όποιοι και αν είναι οι στόχοι της Κίνας σήμερα, δεν θα εξυπηρετηθούν από μια άμεση επίθεση σε άλλες μεγάλες δυνάμεις.

ΤΟ ΛΑΘΟΣ ΠΛΑΙΣΙΟ