Πώς εξαφανίστηκε η αντιγερμανική ρητορική | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Πώς εξαφανίστηκε η αντιγερμανική ρητορική

Ή πώς οι Γερμανοί έγιναν... φίλοι μας*
Περίληψη: 

Είναι άραγε σύμπτωση το γεγονός ότι η ρητορική εναντίον της Μέρκελ και της γερμανικής πολιτικής στην Ευρώπη κορυφώθηκε κατά την διάρκεια της προεδρίας του Ομπάμα, ο οποίος ήταν πιστός στους κανόνες της μεταπολεμικής διατλαντικής σχέσης;

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΙΩΤΟΣ είναι οικονομολόγος και συγγραφέας.

Ήταν Αύγουστος του 2014. Σε μια γερμανική πόλη, στο Λιντάου, 17 νομπελίστες οικονομολόγοι συναντήθηκαν για να συζητήσουν για την παγκόσμια οικονομία. Στην εναρκτήρια συνεδρίαση της 5ης Συνάντησης του Λιντάου, είχε δώσει το παρόν και η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ. Η παρουσία της εκεί, όπως φάνηκε στην συνέχεια, δεν είχε εθιμοτυπικό χαρακτήρα. Η κυρία Μέρκελ βρίσκονταν εκεί για να υπερασπιστεί την πολιτική που ακολουθούσε για την διαχείριση της ευρωζώνης και την υπεράσπιση του ευρώ που βαλλόταν πανταχόθεν. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει αν όσα ανάφερε στην εναρκτήρια ομιλία της ήταν μια μορφή απολογίας ή μια προσπάθεια να περιορίσει την απροκάλυπτη κριτική που δέχονταν μέσω δηλώσεων, συνεντεύξεων και αρθρογραφίας για την εμμονική πλέον προσήλωσή της στην «δημοσιονομική ορθοδοξία». Όποιο και αν ήταν το κίνητρο της κυρίας Μέρκελ η αλήθεια ήταν μια: Η δημόσια κριτική στην πολιτική της είχε φθάσει στο αποκορύφωμα της.

13122019-1.jpg

Η καγκελάριος της Γερμανίας, Angela Merkel, χειρονομεί κατά την διάρκεια της ομιλίας της στην τελετή έναρξης της 5ης Συνάντησης Βραβευθέντων με Νόμπελ στις Οικονομικές Επιστήμες, στην Lindau, στη λίμνη Bodensee, στις 20 Αυγούστου 2014. Michaela Rehle/REUTERS
------------------------------------------------------------------------------------

Φαίνεται ότι τα επιχειρήματα της Γερμανίδας καγκελάριου δεν έπεισαν τους νομπελίστες.«Η Μέρκελ ακολουθεί στην Ευρώπη μια εντελώς εσφαλμένη πολιτική. Η πορεία λιτότητας που έχει επιβάλει θα οδηγήσει την ευρωζώνη σε βαθιά ύφεση», ανταπάντησε ο νομπελίστας οικονομολόγος Eric Maskin του Χάρβαρντ. «Το να απειλείς μια χώρα που ήδη έχει καταρρεύσει με περαιτέρω κυρώσεις δεν το βρίσκω τόσο καλή ιδέα» είπε ο Χάνσεν αναφερόμενος στα μέτρα αντιμετώπισης των υπερχρεωμένων χωρών της ευρωζώνης. Η Μέρκελ «έχει ήδη αντιληφθεί ότι το ευρώ έχει κατασκευαστικά ελαττώματα, αλλά από αυτή την διαπίστωση εξάγει εσφαλμένα συμπεράσματα», επισήμανε ο Σκωτσέζος οικονομολόγος James Mirrlees, καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ και κάτοχος του Νόμπελ Οικονομίας 1996. «Η ευρωζώνη απειλείται από μια μακροχρόνια ύφεση, που μπροστά της θα ωχριούν οι χαμένες δεκαετίες της Ιαπωνίας», υποστήριξε ο Τζόζεφ Στίγκλιτς. «Η ευρωζώνη πλήττεται από μια ολέθρια πολιτική», συμπλήρωσε ο Αμερικανός νομπελίστας, προσθέτοντας ότι επί χρόνια οι πολιτικοί και οι κεντρικοί τραπεζίτες δραστηριοποιούνταν με εσφαλμένα μοντέλα και υποθέσεις.

Αυτές και άλλες πολλές ήταν οι απαντήσεις στα όσα είπε η καγκελάριος κατά την εναρκτήρια ομιλία της στην συνάντηση -συμμετείχαν και 450 νέοι οικονομολόγοι- για να υπερασπιστεί την πολιτική της, η φιλοσοφία της οποίας συνοψίζονταν σε μια φράση: Τα «κατασκευαστικά σφάλματα» του οικονομικού και νομισματικού συστήματος θα πρέπει να αρθούν με την επιβολή αυστηρότερων κυρώσεων σε βάρος εκείνων που υπερχρεώνονται και οι οποίοι αρνούνται να προωθήσουν τις δέουσες μεταρρυθμίσεις.

Ουσιαστικά, με τον τρόπο αυτό περιέγραφε την γερμανική αντίληψη για την Ευρώπη που θα πληρούσε τις απαιτήσεις της και θα ικανοποιούσε τις ανάγκες του Βερολίνου. Μια αντίληψη που παρέπεμπε στον Φρίντριχ Νίτσε και στην ιστορική σύνδεση της ενοχής με το χρέος. Στο «Γενεαλογία της Ηθικής», ο Νίτσε κοίταξε πίσω στην «παλαιότερη και πιο πρωτόγονη» προσωπική σχέση μεταξύ δανειστή και οφειλέτη ως την προέλευση του πώς «ένα πρόσωπο μετρά πρώτα τον εαυτό του έναντι του άλλου».

Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι σε αυτή τη μικρή γερμανική πόλη καταγράφηκε η κορύφωση της ρητορικής που αποτύπωνε τον προβληματισμό κορυφαίων οικονομολόγων, πολιτικών επιστημόνων ακόμα και φιλοσόφων για την ευρωπαϊκή πολιτική της Γερμανίας, η οποί αποσκοπούσε να μεταβάλλει το ευρωπαϊκό φεντεραλιστικό όραμα αρχικά σε μια εσωτερική αγορά για τα γερμανικά προϊόντα και στην συνέχεια σε πολιτική γερμανική ενδοχώρα. Φυσικά, υπήρχαν και φωνές που υποστήριζαν τις γερμανικές προδιαγραφές του ευρωπαϊκού μοντέλου αλλά σε κάθε περίπτωση αυτές είχαν περιορισμένη απήχηση, και στην συγκεκριμένη συγκυρία λειτουργούσαν ως λάδι στην φωτιά στην κριτική για τους στόχους και τους σκοπούς της Γερμανίας από την διαχείριση της οικονομικής κρίσης που έπληττε την Ευρώπη.

Για τους περισσότερους, η ρητορική είναι η τέχνη του δημόσιου λόγου. Για αυτούς, η αντιγερμανική πολιτική δεν είναι τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από την δημόσια έκφραση του κοινού αισθήματος. Για κείνους, όμως, που προσεταιρίζονται την άποψη του Αριστοτέλη σύμφωνα με την οποία η ρητορική επιτελεί τρεις σκοπούς (αυτόν που συμβουλεύει, εκείνο που παροτρύνει, και τον τρίτο που αποτρέπει) , τότε η αντιγερμανική ρητορική και η κλιμάκωσή της είναι η δημόσια έκφραση διεργασιών στον ευρωπαϊκό πολιτικό στίβο και γεωπολιτικών ανακατατάξεων και προτεραιοτήτων. Όμως, το πιο σημαντικό είναι ότι με αυτόν τον φαινομενικά ανώδυνο τρόπο αναδεικνύεται εκείνο που ο μυθιστοριογράφος Thomas Mann είχε γράψει την περίοδο του μεσοπολέμου: «Δεν υπάρχουν δύο Γερμανίες, μια καλή και μια κακή. Η κακή Γερμανία είναι απλώς η καλή Γερμανία που παραστράτησε, η καλή Γερμανία σε ατυχία, σε ενοχή, και ερείπια».

ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ’15

Σχεδόν ένα χρόνο μετά από την συνάντηση του Λιντάου, με το ενδεχόμενο του Grexit να προβάλλει απειλητικό, η ένταση της δημόσιας αντιπαράθεσης για τον ρόλο της Γερμανίας στην ελληνική κρίση ήταν εμφανώς χαμηλότερη. Όμως σε αυτές τις 320 μέρες που είχαν μεσολαβήσει είχε συμβεί μια οβιδιακή μεταμόρφωση: Ο δημόσιος διάλογος μετακινήθηκε από τις πολιτικές ευθύνες της Γερμανίας στην κρίση χρέους στον ευρωπαϊκό Νότο, στην σφαίρα της ηθικής. Πώς αλλιώς θα μπορούσαν να ερμηνευτεί η σχέση του «μικρού και απείθαρχου» συνομιλητή με τον «αυστηρό πλην τίμιο και ακριβοδίκαιο» κηδεμόνα, που συστηματικά προβαλλόταν ακόμα και από τα πιο έγκυρα παγκόσμια ΜΜΕ.