Ο καπιταλισμός μετά την πανδημία | Foreign Affairs - Hellenic Edition
Secure Connection

Ο καπιταλισμός μετά την πανδημία

Καταλαβαίνοντας την ανάκαμψη σωστά*
Περίληψη: 

Κάποιοι που μιλούν για την ανάκαμψη από την πανδημία αναφέρουν έναν ελκυστικό στόχο: μια επιστροφή στην κανονικότητα. Αλλά αυτός είναι ο λάθος στόχος˙ το κανονικό είναι χαλασμένο. Αντίθετα, ο στόχος πρέπει να είναι, όπως το έθεσαν πολλοί, να «οικοδομήσουμε πάλι, καλύτερα».

Η MARIANA MAZZUCATO είναι καθηγήτρια στο University College London και η συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο The Value of Everything: Making and Taking in the Global Economy [1].

Μετά την οικονομική κρίση του 2008, κυβερνήσεις σε όλον τον κόσμο ενέχυσαν πάνω από 3 τρισεκατομμύρια δολάρια [2] στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Ο στόχος ήταν να ξεπαγώσουν τις πιστωτικές αγορές και να λειτουργήσει ξανά η παγκόσμια οικονομία. Αλλά αντί να στηρίξουν την πραγματική οικονομία -το τμήμα που περιλαμβάνει την παραγωγή πραγματικών αγαθών και υπηρεσιών- το μεγαλύτερο μέρος της ενίσχυσης κατέληξε στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Οι κυβερνήσεις διέσωσαν τις μεγάλες επενδυτικές τράπεζες που συνέβαλαν άμεσα στην κρίση, και όταν η οικονομία ξεκίνησε και πάλι, ήταν αυτές οι εταιρείες που αποκόμισαν τα οφέλη της ανάκαμψης. Οι φορολογούμενοι, από την πλευρά τους, έμειναν με μια παγκόσμια οικονομία που ήταν εξίσου χαλασμένη, άνιση, και εντάσεως άνθρακα όπως και πριν. «Ποτέ μην αφήνεις μια καλή κρίση να χαθεί», λέει ένα δημοφιλές αξίωμα χάραξης πολιτικής. Αλλά αυτό ακριβώς συνέβη.

22062021-1.jpg

Τραπεζικοί στην Σεούλ, στη Νότια Κορέα, τον Σεπτέμβριο του 2020. Kim Hong-ji / Reuters
-----------------------------------------------------

Τώρα, καθώς οι χώρες απομακρύνονται από την πανδημία της COVID-19 και τα επακόλουθα lockdown, πρέπει να αποφύγουν να κάνουν το ίδιο λάθος. Τους μήνες αφότου εμφανίστηκε για πρώτη φορά ο ιός, οι κυβερνήσεις παρενέβησαν για να αντιμετωπίσουν τις συνακόλουθες οικονομικές και υγειονομικές κρίσεις, αναπτύσσοντας πακέτα τόνωσης για την προστασία των θέσεων εργασίας, εκδίδοντας κανόνες για την επιβράδυνση της εξάπλωσης της νόσου, και επενδύοντας στην έρευνα και ανάπτυξη για θεραπείες και εμβόλια. Αυτές οι προσπάθειες διάσωσης είναι απαραίτητες. Δεν αρκεί όμως οι κυβερνήσεις να επεμβαίνουν απλώς ως έσχατη λύση όταν οι αγορές αποτυγχάνουν ή εμφανίζονται κρίσεις. Πρέπει να διαμορφώσουν ενεργά τις αγορές έτσι ώστε να προσφέρουν το είδος των μακροπρόθεσμων αποτελεσμάτων που ωφελούν όλους.

Ο κόσμος έχασε την ευκαιρία να το κάνει αυτό το 2008, αλλά η μοίρα τού έδωσε μια άλλη ευκαιρία [3]. Καθώς οι χώρες βγαίνουν από την τρέχουσα κρίση, μπορούν να κάνουν περισσότερα από το να ωθήσουν την οικονομική ανάπτυξη˙ μπορούν να καθοδηγήσουν την κατεύθυνση αυτής της ανάπτυξης για να οικοδομήσουν μια καλύτερη οικονομία. Αντί να παρέχουν χωρίς προϋποθέσεις βοήθεια σε εταιρείες, μπορούν να εξαρτήσουν την διάσωσή τους σε πολιτικές που προστατεύουν το δημόσιο συμφέρον και αντιμετωπίζουν κοινωνικά προβλήματα. Μπορούν να απαιτήσουν να είναι καθολικά προσβάσιμα τα εμβόλια COVID-19 που λαμβάνουν δημόσια υποστήριξη. Μπορούν να αρνηθούν την διάσωση εταιρειών που δεν θα περιορίσουν τις εκπομπές άνθρακα ή δεν θα σταματήσουν να κρύβουν τα κέρδη τους σε φορολογικούς παραδείσους.

Για πολύ καιρό, οι κυβερνήσεις έχουν κοινωνικοποιήσει τους κινδύνους, αλλά ιδιωτικοποίησαν τις ανταμοιβές [4]: το κοινό έχει πληρώσει το τίμημα για την εκκαθάριση της ακαταστασίας, αλλά τα οφέλη αυτών των εκκαθαρίσεων έχουν ωφελήσει σε μεγάλο βαθμό τις εταιρείες και τους επενδυτές τους. Σε περιόδους ανάγκης, πολλές επιχειρήσεις ζητούν γρήγορα κρατική βοήθεια, αλλά στις καλές στιγμές απαιτούν από την κυβέρνηση να απομακρυνθεί. Η κρίση της COVID-19 προσφέρει μια ευκαιρία για να διορθωθεί αυτή η ανισορροπία μέσω ενός νέου τρόπου διαπραγμάτευσης που θα αναγκάζει τις εταιρείες διάσωσης να ενεργούν περισσότερο προς το δημόσιο συμφέρον και θα επιτρέπει στους φορολογούμενους να μοιράζονται τα οφέλη των επιτυχιών που παραδοσιακά πιστώνονται στον ιδιωτικό τομέα. Αν όμως οι κυβερνήσεις επικεντρωθούν μόνο στον τερματισμό του άμεσου πόνου, χωρίς να ξαναγράψουν τους κανόνες του παιχνιδιού, τότε η οικονομική ανάπτυξη που θα ακολουθήσει την κρίση δεν θα είναι ούτε συμπεριληπτική ούτε βιώσιμη. Ούτε θα εξυπηρετήσει τις επιχειρήσεις που ενδιαφέρονται για ευκαιρίες μακροπρόθεσμης ανάπτυξης. Η παρέμβαση θα ήταν μια αποτυχία, και η χαμένη ευκαιρία απλώς θα τροφοδοτήσει μια νέα κρίση.

Η ΣΗΨΗ ΣΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

Οι προηγμένες οικονομίες είχαν υποφέρει από μεγάλες διαρθρωτικές αδυναμίες πολύ πριν χτυπήσει η COVID-19. Πρώτον, η χρηματοδότηση (finance) χρηματοδοτεί τον εαυτό της, διαβρώνοντας έτσι τα θεμέλια της μακροπρόθεσμης ανάπτυξης. Τα περισσότερα από τα κέρδη του χρηματοπιστωτικού τομέα επανεπενδύονται σε χρηματοδότηση -τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες και ακίνητα- αντί να προορίζονται για παραγωγικές χρήσεις όπως οι υποδομές ή η καινοτομία. Μόνο το 10% [5] του συνολικού τραπεζικού δανεισμού της Βρετανίας, για παράδειγμα, υποστηρίζει μη χρηματοοικονομικές εταιρείες, ενώ το υπόλοιπο πηγαίνει σε ακίνητα και χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία. Στις προηγμένες οικονομίες, ο δανεισμός για ακίνητα αποτελούσε περίπου το 35% [6] του συνολικού τραπεζικού δανεισμού το 1970˙ έως το 2007, είχε αυξηθεί σε περίπου 60%. Η τρέχουσα δομή της χρηματοδότησης τροφοδοτεί έτσι ένα σύστημα που βασίζεται στο χρέος και τις κερδοσκοπικές φούσκες, οι οποίες, όταν σκάνε, φέρνουν τις τράπεζες και άλλους να εκλιπαρούν για κρατικές διασώσεις.

Ένα άλλο πρόβλημα είναι ότι πολλές μεγάλες επιχειρήσεις παραμελούν τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις υπέρ των βραχυπρόθεσμων κερδών. Έχοντας εμμονή με τις αποδόσεις τριμήνου και τις τιμές των μετοχών, οι διευθύνοντες σύμβουλοι και τα εταιρικά συμβούλια επιβραβεύουν τους μετόχους επαναγοράζοντας μετοχές, αυξάνοντας την αξία των υπολοίπων μετοχών και ως εκ τούτου των stock options που αποτελούν μέρος των περισσότερων πακέτων πληρωμών των στελεχών [διοίκησης της εταιρείας]. Την τελευταία δεκαετία, οι εταιρείες του Fortune 500 έχουν επαναγοράσει δικές τους μετοχές αξίας άνω των 3 τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Αυτές οι επαναγορές επιβαρύνουν την επένδυση σε μισθούς, την κατάρτιση των εργαζομένων, και την έρευνα και ανάπτυξη.